Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όσον αφορά τον θεσμό της Αυτοδιοίκησης, στον πυρήνα της πρέπει να αφορά τη μετατόπιση ισχύος από το κέντρο προς τις τοπικές κοινωνίες υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο Χάρης Δούκας, δήμαρχος Αθηναίων και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ κατά την παρέμβασή του στην κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του Πολιτικού Συμβουλίου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Όπως ανέφερε ο κ. Δούκας η αναθεώρηση των άρθρων που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση θα είχε λόγο, όχι ως άθροισμα επιμέρους διορθώσεων, αλλά ως μια γενναία, καινοτόμα μεταρρύθμιση που θα υπηρετεί μια βαθύτερη πολιτική επιλογή: Τη μετάβαση από το διοικητικό κράτος στο αποκεντρωμένο δημοκρατικό κράτος.
Στο πλαίσιο αυτό ο Χάρης Δούκας εστίασε σε δύο προϋποθέσεις, που θα κάνουν χρήσιμη τη Συνταγματική Αναθεώρηση για την αναδιάρθρωση του κράτους:
- Πρώτη, η ουσιαστική αποκέντρωση της εξουσίας και η πολιτική αναβάθμιση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
- Δεύτερον, η οικονομική αυτοτέλεια.
Ακολουθεί η παρέμβαση Χάρη Δούκα:
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ως προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, χρειάζεται να αποτυπώνει μια βασική, βαθιά πολιτική επιλογή για το μοντέλο κράτους που θα επιδιώξουμε να συγκροτηθεί: Ένα υδροκέφαλο κράτος που συνεχίζει να λειτουργεί με έντονο συγκεντρωτισμό και κατ’ ευφημισμό επιτελικό ή ένα κράτος που θα βασίζεται στην αποκέντρωση, τη συμμετοχή των πολιτών και την ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών ως βασικών φορέων δημοκρατικής διακυβέρνησης, με ισχυρούς δήμους και περιφέρειες;
Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όσον αφορά τον θεσμό της Αυτοδιοίκησης, πιστεύω ότι στον πυρήνα της πρέπει να αφορά τη μετατόπιση ισχύος από το κέντρο προς τις τοπικές κοινωνίες. Αν αυτή η παραδοχή είναι η αφετηρία μας, τότε η Συνταγματική Αναθεώρηση μπορεί να είναι η ευκαιρία για μια ευρεία αναβάθμιση και θεσμική θωράκιση του διπλού ρόλου της Αυτοδιοίκησης: πρώτον, ως χώρος έκφρασης δημοκρατικών δικαιωμάτων και δεύτερον, ως αναπόσπαστη συνιστώσα του διοικητικού συστήματος.
Δύο βασικές προϋποθέσεις, κατά τη γνώμη μου θα κάνουν χρήσιμη τη Συνταγματική Αναθεώρηση για την αναδιάρθρωση του κράτους:
Πρώτη, η ουσιαστική αποκέντρωση της εξουσίας και η πολιτική αναβάθμιση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης:
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να θωρακιστεί ως χώρος πολιτικής αντιπροσώπευσης, συμμετοχής κοινωνικής, συναίνεσης, λογοδοσίας και τοπικής ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει τη συνταγματική οριοθέτηση του διοικητικού μας συστήματος: Το κεντρικό κράτος διατηρεί τον στρατηγικό και επιτελικό του ρόλο, η Αυτοδιοίκηση ασκεί με πραγματική αυτονομία τις τοπικές και περιφερειακές αρμοδιότητες, με παράλληλη κατάργηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και μεταφορά των αρμοδιοτήτων της στους δήμους και της περιφέρειες. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, αποτελεί μία ακόμη ελληνική πρωτοτυπία, όπου ένας διορισμένος εκπρόσωπος του κράτους, κατά την κρίση του, προσβάλλει, καταργεί και ακυρώνει αποφάσεις των εκλεγμένων δημοτικών αρχών της πόλης.
Οι δήμοι σήμερα όχι μόνο παραμένουν αποκλεισμένοι από μεγάλα πεδία άσκησης τοπικών πολιτικών, όπως στα θέματα της ενέργειας, της στέγασης, της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, της σχολικής υποδομής, αλλά κάνουν ολοταχώς βήματα προς τα πίσω. Μας αφαιρούν τις πολεοδομίες, μεταφέρουν στο κράτος την ευθύνη κοινωνικών δομών, παρεμβαίνει το κράτος, μέσω των αποκεντρωμένων διοικήσεων και ακυρώνει μαζικά αποφάσεις των δήμων που έβαζαν κόφτες σε πολεοδομικές ρυθμίσεις που φόρτωναν με τσιμέντο τις πόλεις. Και το πιο χαρακτηριστικό: Χρειάστηκαν δυόμισι χρόνια και τεράστιο αγώνα της δημοτικής αρχής μαζί με τους κατοίκους για να μπορέσει ο δήμος της Αθήνας να παραδώσει στους κατοίκους του έναν δρόμο μικρότερο του ενός χιλιομέτρου, τη Βασ. Όλγας, ως δρόμο ήπιας κυκλοφορίας.
Αυτό το μοντέλο δήθεν αποκέντρωσης το χωρίζει άβυσσος από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο δήμος της Βιέννης διαχειρίζεται μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα δημοτικής και κοινωνικής κατοικίας, με περίπου το 60% των κατοίκων της να ζει σε κοινωνική ή επιδοτούμενη κατοικία ενώ το Παρίσι, το Βερολίνο και η Κοπεγχάγη συμμετέχουν άμεσα: στον σχεδιασμό συγκοινωνιών, στη χάραξη τιμολογιακής πολιτικής, σε επενδύσεις μετρό, τραμ και ποδηλατοδρόμων, η Στοκχόλμη και το Άμστερνταμ διαχειρίζονται δημοτικές ενεργειακές εταιρείες, δίκτυα τηλεθέρμανσης και μεγάλα προγράμματα ΑΠΕ, οι δήμοι στην Σουηδία και την Φινλανδία, οργανώνουν τις τοπικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες από τις προσλήψεις προσωπικού μέχρι υποστηρικτικές υπηρεσίες προς τους μαθητές.
Δεύτερον, η οικονομική αυτοτέλεια:
Η συνταγματική αναθεώρηση χρειάζεται να προβλέπει ότι κάθε μεταβίβαση αρμοδιότητας συνοδεύεται υποχρεωτικά από τους αντίστοιχους πόρους. Θα πρέπει επίσης να κατοχυρώσει θεσμικά τη φορολογική και δημοσιονομική αυτοτέλεια των δήμων, με διασφάλιση του υπάρχοντος συστήματος χρηματοδότησης μέσω των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, και φορολογική αποκέντρωση, με αρμοδιότητες στις διαδικασίες προσδιορισμού, επιβολής, είσπραξης και κατανομής των φόρων.
Σήμερα το ποσοστό χρηματοδότησης των ελληνικών δήμων από το κρατικό προϋπολογισμό φτάνει μόλις στο 2,7%, όταν στη Ιταλία είναι 29%, στην Πορτογαλία 17%, στην Ισπανία 15% και 20% στην Γαλλία. Όμως και αυτό το μικρό ποσοστό, τσεκουρεύεται: Σύμφωνα με ψηφισμένους νόμους οι δήμοι θα έπρεπε φέτος να χρηματοδοτηθούν με 8 δισ. ευρώ και παίρνουν λιγότερα από 4 δισ.. Αυτό στον δήμο Αθήνας, στοιχίζει ετησίως περί τα 30 εκατομμύρια.
Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω ότι η αναθεώρηση των άρθρων που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση θα είχε λόγο, όχι ως άθροισμα επιμέρους διορθώσεων, αλλά ως μια γενναία, καινοτόμα μεταρρύθμιση που θα υπηρετεί μια βαθύτερη πολιτική επιλογή: Τη μετάβαση από το διοικητικό κράτος στο αποκεντρωμένο δημοκρατικό κράτος. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα είχε ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου ο υπερ-συγκεντρωτισμός έχει ιστορικά συνδεθεί με την αναποτελεσματικότητα, τις καθυστερήσεις, τις ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, την αδιαφάνεια και την περιορισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Να θυμηθούμε ότι οι περιβόητοι θεσμοί την εποχή των μνημονίων θεωρούσαν -περίπου- ως αχίλλειο πτέρνα του ελληνικού κράτους την Υπερσυγκέντρωση και τη Δικαιοσύνη. Μετά από 16 χρόνια, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι υπήρξαν πραγματικές αλλαγές, ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις;
Το σημειώνω αυτό, για να υποστηρίξω ότι συνταγματική ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν αρκεί από μόνη της. Αν δεν συνοδευτεί από αλλαγή πολιτικής κουλτούρας, διοικητική επάρκεια, διαφάνεια και λογοδοσία, υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφερθούν απλώς προβλήματα από το κεντρικό στο τοπικό επίπεδο. Επομένως, η αναθεώρηση χρειάζεται να γίνει η αφετηρία για να επιτευχθεί μια νέα ισορροπία ευθύνης, ελέγχου και συμμετοχής.






