Δύο χρόνια μετά την έλευση του κορονοϊού στην χώρα μας, οι πιστοί σε κάθε σημείο της Ελλάδας κατάφεραν να βιώσουν ξανά το Πάσχα, με την μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στην μεγάλη αυτή εορτή της Χριστιανοσύνης.
Καθόλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια δέχτηκαν πλήθος κόσμου που ήθελαν να γίνουν κοινωνοί των παθών του Χριστού για να λάβουν και εκείνοι λύτρωση μέσα από την Ανάσταση του Θεανθρώπου.
Μεγάλη ήταν και η χαρά των ιερωμένων που είδαν ξανά τις εκκλησιές γεμάτες ανθρώπους που με κατάνυξη προσκύνησαν τον Εσταυρωμένο, έψαλλαν τα εγκώμια στον επιτάφειο, και βροντοφώναξαν το «Χριστός Ανέστη»!
Η ευχή όλων είναι το φως της Αναστάσεως να φωτίσει τις ψυχές μας... είναι όμως η ευχή αυτή ικανή να παροτρύνει τους ανθρώπους να φωτιστούν; Να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι; Να διαλέξουν το φως από το σκοτάδι, την ειρήνη έναντι του πολέμου; Πολλές φορές οι ευχές είναι λόγια που συνηθίζουμε να λέμε από καταβολής κόσμου... πόσες όμως από αυτές εννοούμε στ’αλήθεια, και πόσες κάνουμε πράξη;
Ας είναι λοιπόν αυτό το Πάσχα μια στροφή στον εαυτό μας και μια μετάβαση από τα εφήμερα και τα ανούσια στα αιώνια και τα ουσιώδη. Και δεν κάνω λόγο μόνο περί πνευματικότητας, γιατί αυτή βρίσκεται το επίπεδο της πίστης του καθενός.
Η μετάβαση ας είναι από τα υλικά στα άυλα, από τα πράγματα στα συναισθήματα, από το εγώ στο εμείς.
Τότε μόνον θα νιώσουμε πραγματικά Ανάσταση εσωτερική, την οποία θα μπορέσουμε να μεταδώσουμε και στους γύρω μας για να γίνει αυτός ο κόσμος ένας τόπος που θέλουμε να μεγαλώνουν τα παιδιά μας.