Η χώρα μας τον τελευταίο καιρό έχει συγκλονιστεί από ειδεχθή εγκλήματα που κάνουν τις τρίχες του κορμιού να θέλουν να βγουν από το σώμα.
Γυναικοκτονίες, ληστείες, φόνοι... θα πει κανείς «πάντα συνέβαιναν», πλέον όμως στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της εικόνας ο καθένας γίνεται μάρτυρας αυτών των γεγονότων και παρακολουθεί τόσο στενά τις εξελίξεις, που η κάθε ιστορία αφήνει το αποτύπωμα της επάνω του.
Το αποτύπωμα λοιπόν που αφήνει η εικόνα της «κυρίας» Ρούλας Πισπιρίγκου είναι αυτό που σου αφήνει και η Μήδεια, μόνο που ξέροντας ότι δεν είναι μυθολογία, τα συναισθήματα εναλλάσσονται ανάμεσα στη θλίψη για αυτές τις αθώες ψυχές που χάθηκαν και την οργή γι’ αυτό το πλάσμα, και λέω πλάσμα γιατί δεν είναι ούτε γυναίκα, ούτε σύζυγος, δεν υπήρξε παιδί και σίγουρα δεν υπήρξε μάνα.
Ένα λογικό ον, που έχει τη δύναμη να αφαιρέσει τη ζωή του ίδιου της του σπλάχνου, αργά και βασανιστικά, με τον τρόπο που το έκανε, δεν μπορείς να το εντάξεις σε καμία φυσιολογική κατηγορία. Η διαστροφή και ο εγωισμός που κρύβει μέσα του είναι η κινητήριος δύναμη για να προβεί στην εσχάτη των εγκλημάτων, αυτή της παιδοκτονίας. Όχι απλά σκοτώνει παιδιά, σκοτώνει τα δικά της παιδιά, τα δικά της χαμόγελα, τα δικά της λογάκια, τα δικά της δάκρυα. Σκοτώνει κομμάτια του εαυτού της, και ούτε καν το αντιλαμβάνεται, σκοτώνει τις ψυχές που η ίδια δημιούργησε και δεν έχει καμία ενοχή.
Και είναι να αναρωτιέται κανείς.. οι οικείοι της, οι γείτονες, οι άνθρωποι που ήταν στα νοσοκομεία που νοσηλεύονταν αυτά τα παιδιά, έχουν κάποια υπόνοια ενοχής; Σκέφτηκαν ποτέ πως κάτι δεν λειτουργεί σωστά στη ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας; Πώς μπορεί κανείς να είναι αυτόπτης μάρτυρας αλλοπρόσαλλων συμπεριφορών προς αθώα, μικρά και απροστάτευτα παιδιά, και να μην αντιδρά; Δεν είναι δυνατόν στο μυαλό οποιουδήποτε νοήμονος ανθρώπου, ο θάνατος ειδικά του δεύτερου παιδιού μετά το πρώτο να μην κινήσει υποψίες.
Και ερχόμαστε στον σύζυγο, ο οποίος θα πρέπει να καταδικαστεί εξίσου με την σύζυγο. Οι ευθύνες είναι από κοινού, η ευθύνη του ανδρός δε μεγαλύτερη, μιας και ενώ έβλεπε την αρρωστημένη κατάσταση που βίωναν τα παιδιά του με τη «μάνα» που τους διάλεξε, προτιμούσε την ηρεμία της φυγής.
Η κοινωνία που ζούμε δεν είναι καλύτερη από την κοινωνία του σκοταδισμού και του μεσαίωνα. Η δίψα για «αίμα» τρέφει τις συνειδήσεις των άβουλων, που στο δράμα του διπλανού τους βρίσκουν ενδιαφέρον και ευχαρίστηση, ενώ την ώρα που έπρεπε να πράξουν γυρνούσαν το κεφάλι από την άλλη.
Μετά λοιπόν την εικόνα αυτής της «μάνας» που με συντάραξε, η εικόνα που με έκανε να ανατριχιάσω ήταν αυτή του οργισμένου πλήθους με τα κινητά, έξω από το σπίτι αυτών των άτυχων και ταλαιπωρημένων ψυχών.
Δεν βρέθηκε ένα από όλα αυτά τα τηλέφωνα να καλέσει την πρόνοια, ή το 100 (να μην μπει καν στη διαδικασία αναζήτησης του τηλεφώνου της πρόνοιας) και να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί;…
«Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους, τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους»… λέει ο Ρίτσος.
Τα παιδάκια αυτά, σε ποιανής μάνας τα φουστάνια θα μπλέκονται;;;