Το Άτακτο και Σοφό Παιδί (Μέρος 1o)
×
AΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΠΙΤΙ-ΚΗΠΟΣ ΥΓΕΙΑ LIFESTYLE ΤΑΞΙΔΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ OΔΗΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΡΘΡΩΝ
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020
7:45 πμ - 6:33 μμ



ΠΟΛΙΤΙΚΗ - Ελλάδα
Το Άτακτο και Σοφό Παιδί (Μέρος 1o)
Διαβάστηκε 663 φορές

26-05-2020
Από τoν Νίκο Καραχάλιο
Πρόεδρος FORUM 2020


«Τί είναι καλύτερο από μια καλή ιδέα;» ρώτησε ο ηλικιωμένος δάσκαλος το νεαρό μαθητή του.

«Μια υπέροχη ιδέα!», αποκρίθηκε γεμάτος ενθουσιασμό ο μικρός Αλέξανδρος.

«Και τί είναι καλύτερο από μια υπέροχη ιδέα;» τον ξαναρώτησε ο δάσκαλός του.

«Μια οραματική ιδέα!», του απάντησε εκ νέου ο πιτσιρίκος.

«Σωστά μικρέ μου Αλέξανδρε! Και αν συνεχίσεις να σκέπτεσαι έτσι θα γίνεις και εσύ μια μέρα Μεγάλος».

«Άκου λοιπόν μια ιστορία για ένα παιδί σαν εσένα που είχα μαθητή πριν από 40 χρόνια. Από όλες τις οραματικές ιδέες, η πιο σπουδαία είναι να φτιάξεις μια υπέροχη ιστορία και να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο!

Ας την ονομάσουμε «Ιστορία του Καλού».

Υπήρχε ένα παιδί που μεγάλωνε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και σκεπτόταν λίγο διαφορετικά από τα άλλα παιδιά. Οι δάσκαλοι στο Δημοτικό έλεγαν στους γονείς του παιδιού πως «παρότι είναι τόσο μικρός μπορεί να δει τη μεγάλη εικόνα» (the big picture). Μεγαλώνοντας, οι καθηγητές του στο Γυμνάσιο έλεγαν πως «μπορεί και βλέπει τα πράγματα σφαιρικά, από πολλαπλές γωνίες (multiangle approach)», γι’ αυτό και τον ονόμασαν «το Σοφό Παιδί»[1]. Αργότερα, οι συνάδελφοί του στο Πανεπιστήμιο διαπίστωσαν πως «πολλές φορές σκέπτεται πρωτοποριακά, πολύ πιο μπροστά από την εποχή μας» (pioneering and innovative thinking).

Η αλήθεια είναι πως το «Σοφό Παιδί» από μικρό μπορούσε να οραματιστεί, ήθελε να δημιουργεί νέες πραγματικότητες, του άρεσε να σκέπτεται με εναλλακτικούς τρόπους. Προσπαθούσε να κινητοποιεί τον κόσμο σε κατευθύνσεις διαφορετικές από τις καθιερωμένες, που οι πιο πολλοί συνήθως ακολουθούσαν. Και αυτό το έκανε βέβαια μόνο όταν όλες οι άλλες επιλογές είχαν αποδειχθεί αδιέξοδες. Μεγαλώνοντας επέλεγε και επέμενε να συνεργάζεται με ‘’όσους μπορούσαν να εμπνέουν τους συνανθρώπους τους να αποδέχονται την έννοια της αλλαγής’’ (οι περισσότεροι όμως θεωρούσαν κάτι τέτοιο «ξεβόλεμα» και αντιδρούσαν).

Τα κατάφερνε;

Πολλές φορές ναι, κάποιες άλλες όχι.

Ακόμη και σήμερα -στα 40 του- δεν ήξερε αν όταν η προσπάθεια «δεν του έβγαινε», αυτό ήταν αποτέλεσμα, υπό ή υπερεκτίμησης των όποιων καταστάσεων, δικού του λάθους, ή αντίθετα «ήταν ένα βήμα πιο μπροστά από την εποχή του», όπως έλεγαν πολλοί φίλοι του!

Σε κάποιες από τις προσπάθειές του δεν έβρισκε όλους τους συμμάχους που χρειαζόταν, ούτε είχε πάντα την ανταπόκριση που θα περίμενε κανείς στις ιδέες του. Όμως, όσες φορές κατάφερνε να «συντονιστεί» ο τρόπος σκέψης του με ανθρώπους που έπαιρναν αποφάσεις (decision makers) και να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε «Αρχηγούς», αυτοί τις αξιοποίησαν σε μεγάλο βαθμό και βοήθησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την Πατρίδα τους.

Αυτά συνέβαιναν πάνω-κάτω μέχρι το 2010.

Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς ήταν γεγονός πως τα πράγματα δεν εξελισσόντουσαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Μάλλον πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο… Και το «Σοφό Παιδί» στενοχωριόταν πολύ.

Γιατί;

«Η σύγχρονη εποχή είναι απρόβλεπτη (unpredicted), κατακερματισμένη (fructured) και πολυπαραγοντική (multidimensional)», του έλεγε ο καθηγητής guru του Harvard Dr. Dean Williams, τον οποίο συχνά-πυκνά συμβουλευόταν.

«Μπορεί να σε φωνάζουμε «Σοφό Παιδί», αλλά «δεν είσαι και ο Deep Blue[2] να τα προβλέπεις όλα», του έλεγαν οι παλιοί καθηγητές του (και εκείνος πια ο πρώην μαθητής-ως Μεγάλος Σχεδιαστής-) με τους οποίους είχε πλαισιωθεί και χρησιμοποιούσε για συμβούλους του. Από τα 30 του και μετά φαίνεται πως είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι.

Συχνά-πυκνά καθόταν και σκεφτόταν το πρόσφατο παρελθόν, τα τελευταία 20 χρόνια, όταν είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με «Καλούς Αρχηγούς». Αναλογιζόταν ποιοί ήταν οι μεγαλύτεροι αντίπαλοί τους και είχε καταλήξει σε δύο: την ‘’πορεία των πραγμάτων’’ (ή αλλιώς την πολιτική καθημερινότητα) και την άστατη διάθεση των πολιτών της «Δημοκρατίας». Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έκριναν ορθολογικά, αλλά με βάση το ιδιοτελές τους συμφέρον και μάλιστα όχι το μακροπρόθεσμο αλλά της στιγμής. Γι’ αυτό και επέβαλαν την αντικατάσταση κάθε τόσο των «Καλών Αρχηγών» από λαοπλάνους. Όποτε λοιπόν δήθεν «νικούσε η Δημοκρατία» και έπεφταν τα «κάστρα» (οι Κυβερνήσεις) των «Καλών Αρχηγών», απομακρυνόταν και ο «Μεγάλος Σχεδιαστής» από την Πρωτεύουσα της Σπάταλης Χώρας.

Τότε ήταν που έπεφτε σε ακόμη μεγαλύτερη περίσκεψη. Το καλό ήταν πως έβρισκε χρόνο να εμβαθύνει τις σκέψεις του. Έβαζε το κεφάλι του κάτω και σκεπτόταν ακόμη πιο σύνθετα, ακόμη πιο αυτοκριτικά, με ακόμη περισσότερη αίσθηση ευθύνης. Και αφού «καθάριζε το μυαλό του», ξανασηκωνόταν και συνέχιζε τις προσπάθειές του, γιατί δεν ήταν μόνο το έμφυτο σθένος και η δύναμη της ψυχής που διέθετε ως προσόντα και τον βοηθούσαν. Ήταν κυρίως η βαθειά πίστη στη δύναμη της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αλλαγής, τα «3Α», που συνθέτουν την Υπερδύναμη του Καλού, στην οποία πίστευε όσο τίποτε άλλο.

Όλοι ομολογούσαν -αλλά τις περισσότερες φορές χαμηλόφωνα- πως αυτό το «Σοφό Παιδί» -που πια πλέον ήταν ένας ώριμος άντρας- ήταν «πανέξυπνο», είχε «στρατηγική και συνάμα ευέλικτη σκέψη», αλλά δυστυχώς «είναι πολύ μόνος».

Η διαφορετικότητά του, είχε να κάνει όχι μόνο με το μυαλό, αλλά και με την απλότητα του χαρακτήρα του. Η άνεση να κάνει παρέα με όλους, -από τον πιο φτωχό αγρότη μέχρι τον πιο πλούσιο εφοπλιστή- η ακατάσβεστη επιθυμία του να ρωτάει και να μαθαίνει συνέχεια τα πάντα, αλλά κυρίως η αισιοδοξία, το διαρκές χαμόγελο στα χείλη του, μη νομίζετε πως ήταν χαρακτηριστικά που τα εκτιμούσαν όλοι.

Οι απλοί άνθρωποι -ειδικά αυτοί που τον γνώριζαν προσωπικά- σίγουρα είχαν την καλύτερη γνώμη γι’ αυτόν. Αλλά οι «δήθεν», οι -και καλά- πιο «σπουδαίοι και τρανοί», οι «αυλικοί», «αυτοί που είχαν συμφέροντα» και επηρέαζαν τους «Αρχηγούς», δεν τον ήθελαν καθόλου στα πόδια τους.

«Πα, πα, πα», έλεγαν με απαξίωση, «αυτός είναι έντονος, αυτοκαταστροφικός, μπορεί να είναι έξυπνος, αλλά στο τέλος είναι ικανός ακόμη και να χύσει την καρδάρα με το γάλα». Αυτοί, τα «ανθρωπάκια του λαού» που το σύστημα βλέπει σαν μυρμήγκια τον φωνάζουν «Σοφό Παιδί», εμείς όμως τον λέμε «Άτακτο Παιδί».

«Το γάλα και η καρδάρα», λοιπόν... Εκεί κρυβόταν το μυστικό!

Αυτό ήταν όντως ένα πολύ σπουδαίο πρόβλημα στη μικρή Απερίσκεπτη Χώρα, της οποίας το «βαρύ ιστορικό παρελθόν», οι μεγάλοι και τρανοί της πρόγονοί δημιουργούσαν στους σύγχρονους κατοίκους της την ψευδαίσθηση πως είναι και αυτοί «ίσοι και όμοιοι». Γι’ αυτό και οι τελευταίοι παιρνιόντουσαν για πολύ σπουδαίοι, χωρίς βέβαια να είναι. Στην πραγματικότητα, εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια -μιλάμε για δύο γενιές- είχαν σταματήσει όχι μόνο να δουλεύουν παραγωγικά, αλλά ακόμη και τη γη. Δεν συζητάμε για πιο σύνθετες δραστηριότητες, όπως η έρευνα και η τεχνολογία. Αλλά ακόμη και τα πιο απλά πράγματα. Έπαψαν να φροντίζουν τα ζωντανά, να καλλιεργούν και να παράγουν. Απεχθάνονταν και σνόμπαραν κάθε γεωργική και κτηνοτροφική δουλειά. Ζούσαν σε μια πλάνη, καλλιεργούσαν μόνο μια συλλογική ψευδαίσθηση -ένα ροζ συννεφάκι- και είχαν χώσει τα στενά μυαλουδάκια τους μέσα σε αυτό. Δεν ήταν πια καθόλου εργατικοί, καθόλου νοικοκύρηδες, δεν άρμεγαν ούτε καν το δικό τους γάλα, παρότι είχαν και κάμπους και βουνά και ποτάμια και λίμνες, και γελάδια και πρόβατα και κατσίκια.

Είχαν γίνει νωθροί και κάτι ακόμη χειρότερο… ιδιοτελείς. Αγαπούσαν πολύ κάτι που είχαν στερηθεί για γενιές ολόκληρες, γιατί η Πατρίδα τους ήταν μια φτωχή χώρα και αυτό τους είχε λείψει για πολλά χρόνια.

Ποια ήταν η λύση; Όπως είπαμε είχαν γίνει οκνοί γι’ αυτό και περίμεναν να τους το φέρουν οι «ξένοι», που όμως ήταν πια τόσο απογοητευμένοι μαζί τους, που δεν τους το χάριζαν, αλλά τους το ‘’δάνειζαν’’. Και παρότι και τα παιδιά τους τα έστελναν σε ακόμη πιο καλά σχολεία και ακόμη πιο καλά πανεπιστήμια, δεν καταλάβαιναν -(ή δεν ήθελαν να καταλάβουν;… η ψυχούλα τους το ξέρει…), πως «δεν υπάρχουν δανεικά και αγύριστα».

Προσθέστε και κάτι ακόμη στη «μεγάλη εικόνα»: οι «πρωτευουσιάνοι αυλικοί» ήξεραν τα κόλπα καλύτερα από όλους. Ειδικά όταν αναλάμβαναν «Κακοί Αρχηγοί». Γι’ αυτό τους άφηναν ασύδοτους, χωρίς όρια και κανόνες. Πολλές φορές έβαζαν στους χωριανούς και στους νησιώτες την τρύπια καρδάρα αυτοί έκλεβαν στο ζύγι, ενώ την ίδια στιγμή πλήρωναν τους «τελάληδες» (που στη σημερινή εποχή τους ονομάζουν δημοσιογράφους), να μαζεύουν το λαό στη Μεγάλη Πλατεία να δει «κουκλοθέατρο» ή «μπάλα» (που τους άρεσε πολύ). Και εκείνοι, οι πονηροί αυλικοί, έβρισκαν τότε την ευκαιρία και έκλεβαν όχι μόνο στο ζύγι τα διάφορα αγαθά, αλλά και τα τελευταία γραμμάρια τροφής, ό,τι είχε απομείνει από το γάλα, το στάρι που είχαν ανάγκη για τα παιδιά τους!

Και αν συνέβαινε να εμφανιστεί το «Άτακτο Παιδί» με τους φίλους του να τους προειδοποιήσει να τους φωνάξουν «προσέξτε» προσπαθώντας να μαζέψει λίγο τα πράγματα, οι λακέδες των διαπλεκόμενων αυλικών κλωτσούσαν την καρδάρα για να μην μπορεί να καταμετρηθεί και φώναζαν πάλι μαζί με τους πληρωμένους τελάληδες: «έξυπνος είναι μωρέ, αλλά άτακτος. Δεν τον είδατε; Εκείνος μας κλώτσησε την καρδάρα και έχυσε το γάλα και δεν μένει καθόλου για εσάς και τα παιδιά σας».

Φθάσαμε όμως πια στο 2020 και ο λαός από τις πολλές κλεψιές δεν ήταν πια τόσο ευκολόπιστος, όσο παλιά. Τον έπαιρνε κοντά του τον «άτακτο», τον προστάτευε, κάνανε παρέα στα μαγαζάκια και τα ταβερνάκια και αν είχε ανάγκη τον φιλοξενούσαν κιόλας στα σπίτια τους, μέχρι να βρεθεί ένας άλλος σωστός και δίκαιος Αρχηγός, να πάρει το «Σοφό Παιδί» κοντά του.

Πολλοί ήταν και αυτοί που περίμεναν διακαώς να γυρίσει ένας παλιός Καλός Αρχηγός, που όπως παραδεχόντουσαν τον «είχαν αδικήσει». Ήλπιζαν να στείλουν δίπλα του, για άλλη μια φορά, το αγαπημένο τους «μαύρο προβατάκι» να τον βοηθήσει, να γυρίσει ο τροχός, να φάνε και αυτοί λίγο ψωμάκι, πριν τους προλάβουν αυτοί με τις off-shores και τους αρπάξουν και τα λίγα ψίχουλα που είχαν απομείνει στο φτωχικό τους τραπέζι.

Αυτή τη φορά όμως ο χρόνος της αναμονής φαινόταν υπερβολικός. Περνάγανε τα χρόνια. Όλοι καταριόντουσαν ένα πράγμα που ονομαζόταν «Μνημόνιο». Αυτό έφταιγε για όλα, αλλά κανείς δεν το είχε δει, δεν ήξερε καν πως μοιάζει. Φανταστείτε ότι ένας από τους αυλικούς που το υπέγραψαν και το επικύρωσαν, παραδέχθηκε σε μια σπάνια κρίση ειλικρίνειας και ενοχής πως «ήταν 15.000 σελίδες» και «δεν είχα χρόνο ούτε καν να το διαβάσω»!

Είδε και αποείδε λοιπόν ο φίλος μας, ο Αλέξανδρος, το «Σοφό Παιδί», που δεν ήταν πια παιδί, πήρε των οματιών του κι αποτραβήχτηκε σε ένα μικρό νησί, σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Έμενε σε ένα καλυβάκι μπροστά στη θάλασσα, όπου έκανε παρέα, μόνο με ψαράδες. Έτσι βρήκε για ένα διάστημα την υγεία του.

Ζούσε τη ζωή του αρκούμενος στα πιο απλά πράγματα. Χωρίς να έχει πολλές-πολλές και μεγάλες έγνοιες όπως στο παρελθόν. Αφιέρωσε την ενέργειά του στο διάβασμα και το γράψιμο. Έγραψε μάλιστα και ένα παραμύθι, μια όμορφη ιστορία, που μοιάζει να προηγήθηκε αυτής που σας διηγούμαι εγώ τώρα. Το σκάρωσε με τέτοιο μαεστρικό τρόπο, ώστε να το καταλαβαίνουν μικροί και μεγάλοι, και το ονόμασε όπως αισθανόταν ο ίδιος: «Ο Ελεύθερος Πειρατής». Ζήτησε μάλιστα και από μια φίλη του ζωγράφο να το γεμίσει και με εικόνες, «γιατί αρέσουν πιο πολύ στα παιδιά».

Και αυτός τα αγαπούσε και τα νοιαζόταν πολύ. Πίστευε μάλιστα -αλλά δεν το πολυφώναζε πια (είχε «ωριμάσει» και δεν έλεγε φωναχτά τις «αλήθειες» ή πολύ περισσότερο τα «μελλούμενα»), «πως οι περισσότερες από τις σημερινές γενιές είναι καμένες- οι μεγαλύτεροι από τα βιώματά τους και οι νεότεροι από την υπερκατανάλωση, τον άκρατο υλισμό και την κακή χρήση της τεχνολογίας». Γι’ αυτό πρέπει να προφυλάξουμε τους πιο μικρούς, να τους προστατεύουμε από αυτή τη νοσηρή ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί κυρίως στις μεγάλες πόλεις». Έγραψε λοιπόν τον «Ελεύθερο Πειρατή» σαν μια μικρή συνεισφορά στην προσπάθεια, να μην αλλοιωθεί η σκέψη και η νοοτροπία της νεότερης γενιάς.

Έτσι λοιπόν περνούσε ο καιρός στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ. και ζούσαν αυτός απλά και καλά και οι καλοί ψαράδες/«πειρατές» φίλοι του (έτσι τους ονόμαζε τους φίλους του) ακόμη καλύτερα!

Μέχρι που έγινε κάτι αναπάντεχο! Εμφανίστηκε μια καταραμένη αρρώστια που πλάκωσε όλο τον αόρατο τους κόσμο και φόβισε όλους πολύ.








ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΤΕΛ

Διαβάστε επίσης
 
Ελλάδα - ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
E.N.A.: Επιτυχημένη η εκδήλωση για τις...
 
Ελλάδα - LIFESTYLE
Ευχαριστήριο μήνυμα της ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ &...
 
Ελλάδα - ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Συμμετοχή της Ε.Ε.Ε.Σ.Α στο Πανελλήνιο Συνέδριο...
 
Ελλάδα - LIFESTYLE
2ω39:35 ο Τσαντούλας ατομική επίδοση στο...





Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020
7:45 πμ - 6:33 μμ

ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΤΕΛ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ - Ελλάδα
Το Άτακτο και Σοφό Παιδί (Μέρος 1o)
Διαβάστηκε 663 φορές

26-05-2020
Από τoν Νίκο Καραχάλιο
Πρόεδρος FORUM 2020
«Τί είναι καλύτερο από μια καλή ιδέα;» ρώτησε ο ηλικιωμένος δάσκαλος το νεαρό μαθητή του.

«Μια υπέροχη ιδέα!», αποκρίθηκε γεμάτος ενθουσιασμό ο μικρός Αλέξανδρος.

«Και τί είναι καλύτερο από μια υπέροχη ιδέα;» τον ξαναρώτησε ο δάσκαλός του.

«Μια οραματική ιδέα!», του απάντησε εκ νέου ο πιτσιρίκος.

«Σωστά μικρέ μου Αλέξανδρε! Και αν συνεχίσεις να σκέπτεσαι έτσι θα γίνεις και εσύ μια μέρα Μεγάλος».

«Άκου λοιπόν μια ιστορία για ένα παιδί σαν εσένα που είχα μαθητή πριν από 40 χρόνια. Από όλες τις οραματικές ιδέες, η πιο σπουδαία είναι να φτιάξεις μια υπέροχη ιστορία και να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο!

Ας την ονομάσουμε «Ιστορία του Καλού».

Υπήρχε ένα παιδί που μεγάλωνε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και σκεπτόταν λίγο διαφορετικά από τα άλλα παιδιά. Οι δάσκαλοι στο Δημοτικό έλεγαν στους γονείς του παιδιού πως «παρότι είναι τόσο μικρός μπορεί να δει τη μεγάλη εικόνα» (the big picture). Μεγαλώνοντας, οι καθηγητές του στο Γυμνάσιο έλεγαν πως «μπορεί και βλέπει τα πράγματα σφαιρικά, από πολλαπλές γωνίες (multiangle approach)», γι’ αυτό και τον ονόμασαν «το Σοφό Παιδί»[1]. Αργότερα, οι συνάδελφοί του στο Πανεπιστήμιο διαπίστωσαν πως «πολλές φορές σκέπτεται πρωτοποριακά, πολύ πιο μπροστά από την εποχή μας» (pioneering and innovative thinking).

Η αλήθεια είναι πως το «Σοφό Παιδί» από μικρό μπορούσε να οραματιστεί, ήθελε να δημιουργεί νέες πραγματικότητες, του άρεσε να σκέπτεται με εναλλακτικούς τρόπους. Προσπαθούσε να κινητοποιεί τον κόσμο σε κατευθύνσεις διαφορετικές από τις καθιερωμένες, που οι πιο πολλοί συνήθως ακολουθούσαν. Και αυτό το έκανε βέβαια μόνο όταν όλες οι άλλες επιλογές είχαν αποδειχθεί αδιέξοδες. Μεγαλώνοντας επέλεγε και επέμενε να συνεργάζεται με ‘’όσους μπορούσαν να εμπνέουν τους συνανθρώπους τους να αποδέχονται την έννοια της αλλαγής’’ (οι περισσότεροι όμως θεωρούσαν κάτι τέτοιο «ξεβόλεμα» και αντιδρούσαν).

Τα κατάφερνε;

Πολλές φορές ναι, κάποιες άλλες όχι.

Ακόμη και σήμερα -στα 40 του- δεν ήξερε αν όταν η προσπάθεια «δεν του έβγαινε», αυτό ήταν αποτέλεσμα, υπό ή υπερεκτίμησης των όποιων καταστάσεων, δικού του λάθους, ή αντίθετα «ήταν ένα βήμα πιο μπροστά από την εποχή του», όπως έλεγαν πολλοί φίλοι του!

Σε κάποιες από τις προσπάθειές του δεν έβρισκε όλους τους συμμάχους που χρειαζόταν, ούτε είχε πάντα την ανταπόκριση που θα περίμενε κανείς στις ιδέες του. Όμως, όσες φορές κατάφερνε να «συντονιστεί» ο τρόπος σκέψης του με ανθρώπους που έπαιρναν αποφάσεις (decision makers) και να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε «Αρχηγούς», αυτοί τις αξιοποίησαν σε μεγάλο βαθμό και βοήθησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την Πατρίδα τους.

Αυτά συνέβαιναν πάνω-κάτω μέχρι το 2010.

Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς ήταν γεγονός πως τα πράγματα δεν εξελισσόντουσαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Μάλλον πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο… Και το «Σοφό Παιδί» στενοχωριόταν πολύ.

Γιατί;

«Η σύγχρονη εποχή είναι απρόβλεπτη (unpredicted), κατακερματισμένη (fructured) και πολυπαραγοντική (multidimensional)», του έλεγε ο καθηγητής guru του Harvard Dr. Dean Williams, τον οποίο συχνά-πυκνά συμβουλευόταν.

«Μπορεί να σε φωνάζουμε «Σοφό Παιδί», αλλά «δεν είσαι και ο Deep Blue[2] να τα προβλέπεις όλα», του έλεγαν οι παλιοί καθηγητές του (και εκείνος πια ο πρώην μαθητής-ως Μεγάλος Σχεδιαστής-) με τους οποίους είχε πλαισιωθεί και χρησιμοποιούσε για συμβούλους του. Από τα 30 του και μετά φαίνεται πως είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι.

Συχνά-πυκνά καθόταν και σκεφτόταν το πρόσφατο παρελθόν, τα τελευταία 20 χρόνια, όταν είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με «Καλούς Αρχηγούς». Αναλογιζόταν ποιοί ήταν οι μεγαλύτεροι αντίπαλοί τους και είχε καταλήξει σε δύο: την ‘’πορεία των πραγμάτων’’ (ή αλλιώς την πολιτική καθημερινότητα) και την άστατη διάθεση των πολιτών της «Δημοκρατίας». Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έκριναν ορθολογικά, αλλά με βάση το ιδιοτελές τους συμφέρον και μάλιστα όχι το μακροπρόθεσμο αλλά της στιγμής. Γι’ αυτό και επέβαλαν την αντικατάσταση κάθε τόσο των «Καλών Αρχηγών» από λαοπλάνους. Όποτε λοιπόν δήθεν «νικούσε η Δημοκρατία» και έπεφταν τα «κάστρα» (οι Κυβερνήσεις) των «Καλών Αρχηγών», απομακρυνόταν και ο «Μεγάλος Σχεδιαστής» από την Πρωτεύουσα της Σπάταλης Χώρας.

Τότε ήταν που έπεφτε σε ακόμη μεγαλύτερη περίσκεψη. Το καλό ήταν πως έβρισκε χρόνο να εμβαθύνει τις σκέψεις του. Έβαζε το κεφάλι του κάτω και σκεπτόταν ακόμη πιο σύνθετα, ακόμη πιο αυτοκριτικά, με ακόμη περισσότερη αίσθηση ευθύνης. Και αφού «καθάριζε το μυαλό του», ξανασηκωνόταν και συνέχιζε τις προσπάθειές του, γιατί δεν ήταν μόνο το έμφυτο σθένος και η δύναμη της ψυχής που διέθετε ως προσόντα και τον βοηθούσαν. Ήταν κυρίως η βαθειά πίστη στη δύναμη της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αλλαγής, τα «3Α», που συνθέτουν την Υπερδύναμη του Καλού, στην οποία πίστευε όσο τίποτε άλλο.

Όλοι ομολογούσαν -αλλά τις περισσότερες φορές χαμηλόφωνα- πως αυτό το «Σοφό Παιδί» -που πια πλέον ήταν ένας ώριμος άντρας- ήταν «πανέξυπνο», είχε «στρατηγική και συνάμα ευέλικτη σκέψη», αλλά δυστυχώς «είναι πολύ μόνος».

Η διαφορετικότητά του, είχε να κάνει όχι μόνο με το μυαλό, αλλά και με την απλότητα του χαρακτήρα του. Η άνεση να κάνει παρέα με όλους, -από τον πιο φτωχό αγρότη μέχρι τον πιο πλούσιο εφοπλιστή- η ακατάσβεστη επιθυμία του να ρωτάει και να μαθαίνει συνέχεια τα πάντα, αλλά κυρίως η αισιοδοξία, το διαρκές χαμόγελο στα χείλη του, μη νομίζετε πως ήταν χαρακτηριστικά που τα εκτιμούσαν όλοι.

Οι απλοί άνθρωποι -ειδικά αυτοί που τον γνώριζαν προσωπικά- σίγουρα είχαν την καλύτερη γνώμη γι’ αυτόν. Αλλά οι «δήθεν», οι -και καλά- πιο «σπουδαίοι και τρανοί», οι «αυλικοί», «αυτοί που είχαν συμφέροντα» και επηρέαζαν τους «Αρχηγούς», δεν τον ήθελαν καθόλου στα πόδια τους.

«Πα, πα, πα», έλεγαν με απαξίωση, «αυτός είναι έντονος, αυτοκαταστροφικός, μπορεί να είναι έξυπνος, αλλά στο τέλος είναι ικανός ακόμη και να χύσει την καρδάρα με το γάλα». Αυτοί, τα «ανθρωπάκια του λαού» που το σύστημα βλέπει σαν μυρμήγκια τον φωνάζουν «Σοφό Παιδί», εμείς όμως τον λέμε «Άτακτο Παιδί».

«Το γάλα και η καρδάρα», λοιπόν... Εκεί κρυβόταν το μυστικό!

Αυτό ήταν όντως ένα πολύ σπουδαίο πρόβλημα στη μικρή Απερίσκεπτη Χώρα, της οποίας το «βαρύ ιστορικό παρελθόν», οι μεγάλοι και τρανοί της πρόγονοί δημιουργούσαν στους σύγχρονους κατοίκους της την ψευδαίσθηση πως είναι και αυτοί «ίσοι και όμοιοι». Γι’ αυτό και οι τελευταίοι παιρνιόντουσαν για πολύ σπουδαίοι, χωρίς βέβαια να είναι. Στην πραγματικότητα, εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια -μιλάμε για δύο γενιές- είχαν σταματήσει όχι μόνο να δουλεύουν παραγωγικά, αλλά ακόμη και τη γη. Δεν συζητάμε για πιο σύνθετες δραστηριότητες, όπως η έρευνα και η τεχνολογία. Αλλά ακόμη και τα πιο απλά πράγματα. Έπαψαν να φροντίζουν τα ζωντανά, να καλλιεργούν και να παράγουν. Απεχθάνονταν και σνόμπαραν κάθε γεωργική και κτηνοτροφική δουλειά. Ζούσαν σε μια πλάνη, καλλιεργούσαν μόνο μια συλλογική ψευδαίσθηση -ένα ροζ συννεφάκι- και είχαν χώσει τα στενά μυαλουδάκια τους μέσα σε αυτό. Δεν ήταν πια καθόλου εργατικοί, καθόλου νοικοκύρηδες, δεν άρμεγαν ούτε καν το δικό τους γάλα, παρότι είχαν και κάμπους και βουνά και ποτάμια και λίμνες, και γελάδια και πρόβατα και κατσίκια.

Είχαν γίνει νωθροί και κάτι ακόμη χειρότερο… ιδιοτελείς. Αγαπούσαν πολύ κάτι που είχαν στερηθεί για γενιές ολόκληρες, γιατί η Πατρίδα τους ήταν μια φτωχή χώρα και αυτό τους είχε λείψει για πολλά χρόνια.

Ποια ήταν η λύση; Όπως είπαμε είχαν γίνει οκνοί γι’ αυτό και περίμεναν να τους το φέρουν οι «ξένοι», που όμως ήταν πια τόσο απογοητευμένοι μαζί τους, που δεν τους το χάριζαν, αλλά τους το ‘’δάνειζαν’’. Και παρότι και τα παιδιά τους τα έστελναν σε ακόμη πιο καλά σχολεία και ακόμη πιο καλά πανεπιστήμια, δεν καταλάβαιναν -(ή δεν ήθελαν να καταλάβουν;… η ψυχούλα τους το ξέρει…), πως «δεν υπάρχουν δανεικά και αγύριστα».

Προσθέστε και κάτι ακόμη στη «μεγάλη εικόνα»: οι «πρωτευουσιάνοι αυλικοί» ήξεραν τα κόλπα καλύτερα από όλους. Ειδικά όταν αναλάμβαναν «Κακοί Αρχηγοί». Γι’ αυτό τους άφηναν ασύδοτους, χωρίς όρια και κανόνες. Πολλές φορές έβαζαν στους χωριανούς και στους νησιώτες την τρύπια καρδάρα αυτοί έκλεβαν στο ζύγι, ενώ την ίδια στιγμή πλήρωναν τους «τελάληδες» (που στη σημερινή εποχή τους ονομάζουν δημοσιογράφους), να μαζεύουν το λαό στη Μεγάλη Πλατεία να δει «κουκλοθέατρο» ή «μπάλα» (που τους άρεσε πολύ). Και εκείνοι, οι πονηροί αυλικοί, έβρισκαν τότε την ευκαιρία και έκλεβαν όχι μόνο στο ζύγι τα διάφορα αγαθά, αλλά και τα τελευταία γραμμάρια τροφής, ό,τι είχε απομείνει από το γάλα, το στάρι που είχαν ανάγκη για τα παιδιά τους!

Και αν συνέβαινε να εμφανιστεί το «Άτακτο Παιδί» με τους φίλους του να τους προειδοποιήσει να τους φωνάξουν «προσέξτε» προσπαθώντας να μαζέψει λίγο τα πράγματα, οι λακέδες των διαπλεκόμενων αυλικών κλωτσούσαν την καρδάρα για να μην μπορεί να καταμετρηθεί και φώναζαν πάλι μαζί με τους πληρωμένους τελάληδες: «έξυπνος είναι μωρέ, αλλά άτακτος. Δεν τον είδατε; Εκείνος μας κλώτσησε την καρδάρα και έχυσε το γάλα και δεν μένει καθόλου για εσάς και τα παιδιά σας».

Φθάσαμε όμως πια στο 2020 και ο λαός από τις πολλές κλεψιές δεν ήταν πια τόσο ευκολόπιστος, όσο παλιά. Τον έπαιρνε κοντά του τον «άτακτο», τον προστάτευε, κάνανε παρέα στα μαγαζάκια και τα ταβερνάκια και αν είχε ανάγκη τον φιλοξενούσαν κιόλας στα σπίτια τους, μέχρι να βρεθεί ένας άλλος σωστός και δίκαιος Αρχηγός, να πάρει το «Σοφό Παιδί» κοντά του.

Πολλοί ήταν και αυτοί που περίμεναν διακαώς να γυρίσει ένας παλιός Καλός Αρχηγός, που όπως παραδεχόντουσαν τον «είχαν αδικήσει». Ήλπιζαν να στείλουν δίπλα του, για άλλη μια φορά, το αγαπημένο τους «μαύρο προβατάκι» να τον βοηθήσει, να γυρίσει ο τροχός, να φάνε και αυτοί λίγο ψωμάκι, πριν τους προλάβουν αυτοί με τις off-shores και τους αρπάξουν και τα λίγα ψίχουλα που είχαν απομείνει στο φτωχικό τους τραπέζι.

Αυτή τη φορά όμως ο χρόνος της αναμονής φαινόταν υπερβολικός. Περνάγανε τα χρόνια. Όλοι καταριόντουσαν ένα πράγμα που ονομαζόταν «Μνημόνιο». Αυτό έφταιγε για όλα, αλλά κανείς δεν το είχε δει, δεν ήξερε καν πως μοιάζει. Φανταστείτε ότι ένας από τους αυλικούς που το υπέγραψαν και το επικύρωσαν, παραδέχθηκε σε μια σπάνια κρίση ειλικρίνειας και ενοχής πως «ήταν 15.000 σελίδες» και «δεν είχα χρόνο ούτε καν να το διαβάσω»!

Είδε και αποείδε λοιπόν ο φίλος μας, ο Αλέξανδρος, το «Σοφό Παιδί», που δεν ήταν πια παιδί, πήρε των οματιών του κι αποτραβήχτηκε σε ένα μικρό νησί, σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Έμενε σε ένα καλυβάκι μπροστά στη θάλασσα, όπου έκανε παρέα, μόνο με ψαράδες. Έτσι βρήκε για ένα διάστημα την υγεία του.

Ζούσε τη ζωή του αρκούμενος στα πιο απλά πράγματα. Χωρίς να έχει πολλές-πολλές και μεγάλες έγνοιες όπως στο παρελθόν. Αφιέρωσε την ενέργειά του στο διάβασμα και το γράψιμο. Έγραψε μάλιστα και ένα παραμύθι, μια όμορφη ιστορία, που μοιάζει να προηγήθηκε αυτής που σας διηγούμαι εγώ τώρα. Το σκάρωσε με τέτοιο μαεστρικό τρόπο, ώστε να το καταλαβαίνουν μικροί και μεγάλοι, και το ονόμασε όπως αισθανόταν ο ίδιος: «Ο Ελεύθερος Πειρατής». Ζήτησε μάλιστα και από μια φίλη του ζωγράφο να το γεμίσει και με εικόνες, «γιατί αρέσουν πιο πολύ στα παιδιά».

Και αυτός τα αγαπούσε και τα νοιαζόταν πολύ. Πίστευε μάλιστα -αλλά δεν το πολυφώναζε πια (είχε «ωριμάσει» και δεν έλεγε φωναχτά τις «αλήθειες» ή πολύ περισσότερο τα «μελλούμενα»), «πως οι περισσότερες από τις σημερινές γενιές είναι καμένες- οι μεγαλύτεροι από τα βιώματά τους και οι νεότεροι από την υπερκατανάλωση, τον άκρατο υλισμό και την κακή χρήση της τεχνολογίας». Γι’ αυτό πρέπει να προφυλάξουμε τους πιο μικρούς, να τους προστατεύουμε από αυτή τη νοσηρή ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί κυρίως στις μεγάλες πόλεις». Έγραψε λοιπόν τον «Ελεύθερο Πειρατή» σαν μια μικρή συνεισφορά στην προσπάθεια, να μην αλλοιωθεί η σκέψη και η νοοτροπία της νεότερης γενιάς.

Έτσι λοιπόν περνούσε ο καιρός στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ. και ζούσαν αυτός απλά και καλά και οι καλοί ψαράδες/«πειρατές» φίλοι του (έτσι τους ονόμαζε τους φίλους του) ακόμη καλύτερα!

Μέχρι που έγινε κάτι αναπάντεχο! Εμφανίστηκε μια καταραμένη αρρώστια που πλάκωσε όλο τον αόρατο τους κόσμο και φόβισε όλους πολύ.





Όροι χρήσης
Σχετικά με τα cookies
Διαφημίσεις
Ταυτότητα
Επικοινωνία
Μέλη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
6977232183

Αριθμός Μητρώου Online Media: 13444
www.dimotisnews.gr © 2020 All rights reserved