To ΕΣΥ και οι παρεχόμενες υπηρεσίες στην περίοδο της πανδημίας του Covid-19
×
AΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΠΙΤΙ-ΚΗΠΟΣ ΥΓΕΙΑ LIFESTYLE ΤΑΞΙΔΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ OΔΗΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΡΘΡΩΝ
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021
7:40 - 5:30



ΥΓΕΙΑ - Αττική
To ΕΣΥ και οι παρεχόμενες υπηρεσίες στην περίοδο της πανδημίας του Covid-19
Διαβάστηκε 200 φορές

23-11-2020
Από τoν Δημήτρη Πνευματικάτο
Δημοσιογράφος


Το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας δοκιμάζεται τις ημέρες της πανδημίας και φτάνει στα όριά του. Για την κατάσταση που επικρατεί και για το πώς θα υπάρξει ελπίδα για το αύριο, παραθέτουμε μία εμπεριστατωμένη ανάλυση, βασισμένη σε συνομιλία μας με την κυρία Ελευθερία Εμφιετζή, RN, Κλινική  Εκπαιδεύτρια, Msc Λειτουργός Δημόσιας Υγείας και Προϊσταμένη Τ.Κ.Α Γ.Ν.Α. στο Λαϊκό Νοσοκομείο.

Το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιδρύθηκε το 1983 από την πρώτη Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου (ν.1397/83), στα πλαίσια μεταρρύθμισης και αναβάθμισης της δημόσιας υγείας και της λειτουργικής ενοποίησης των δημόσιων υποδομών περίθαλψης. Σκοπός του είναι η ιατροφαρμακευτική και νοσηλευτική κάλυψη των αναγκών του ελληνικού πληθυσμού και όσων διαμένουν στην Ελλάδα, μέσω της παροχής δωρεάν υπηρεσιών.

Οι υπηρεσίες υγείας οφείλουν να παρέχονται απρόσκοπτα και ισότιμα σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από την οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική τους κατάσταση μέσα από ένα ενιαίο και αποκεντρωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Αν και ξεκίνησε ελπιδοφόρα, σήμερα το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας νοσεί. Εντοπίζονται: απουσία οργανωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, έλλειψη σύγχρονων μονάδων περίθαλψης (όπως νοσηλεία στο σπίτι, μονάδες ημερήσιας νοσηλείας, κέντρα αποκατάστασης, μονάδες χρονίως πασχόντων), πολύ περιορισμένη χρήση νέων τεχνολογιών, σχεδόν πλήρης απουσία μηχανισμών αξιολόγησης, ελέγχου και ποιότητας, εκτεταμένη παραοικονομία, ηλικιακή γήρανση και εργασιακή κόπωση του εργατικού δυναμικού, προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης, με αναχρονιστικές, έντονα συγκεντρωτικές δομές και ανορθολογική κατανομή των νοσοκομειακών και πρωτοβάθμιων μονάδων ανά την επικράτεια.

Παράλληλα, η αδιαφορία για τις πραγματικές ανάγκες υγείας των πολιτών, το βάρος του συστήματος ασφάλισης και οι τεράστιες ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία έχουν συνολικά δημιουργήσει ένα δυσλειτουργικό μοντέλο που, ενώνει τους πάντες, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ή επιστημονικής προσέγγισης, στην προφανή διαπίστωση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Κοντά στα μεγάλα αυτά προβλήματα υπάρχει και άλλο ένα, εξαιρετικά σημαντικό, που πρέπει να εκλείψει: οι αναποτελεσματικές και αναχρονιστικές δομές διοίκησης που είναι πανταχού παρούσες στο ΕΣΥ. Οι διοικήσεις των δομών υγείας βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο των κομμάτων εξουσίας. Διαχρονικά και σταδιακά, η τοποθέτηση κομματικών στελεχών συνοδεύτηκε από την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τις ανεξάρτητες διοικήσεις των νοσοκομείων, με αποτέλεσμα η δυνατότητα λήψης αποφάσεων εντός μιας δημόσιας δομής να είναι πολύ περιορισμένη. Αυτή η δομή του συστήματος δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί έτσι, αν λέμε ότι θέλουμε να αναμορφώσουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Πρέπει στην Ελλάδα να δημιουργηθούν μηχανισμοί που να επιτρέπουν τον επαρκή σχεδιασμό και τη βέλτιστη κατανομή των υλικών και των ανθρώπινων πόρων ώστε το ανθρώπινο δυναμικό και οι εγκαταστάσεις στον τομέα της υγείας να μην συγκεντρώνονται σε δυσανάλογο βαθμό στις αστικές περιοχές, ενώ στις αγροτικές περιοχές παρατηρούνται ελλείψεις τόσο σε επίπεδο εξειδικευμένου προσωπικού όσο και σε επίπεδο εγκαταστάσεων. Το 2017 υπήρχαν 4,2 νοσοκομειακές κλίνες ανά 1 000 κατοίκους - λίγο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (5,0).

Παρατηρείται επίσης έντονη ανισορροπία στην κατανομή του εργατικού δυναμικού του τομέα υγείας, τόσο από γεωγραφική άποψη όσο και από την άποψη του μείγματος δεξιοτήτων. Η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο αριθμό ιατρών και ταυτόχρονα τον χαμηλότερο αριθμό νοσηλευτών ανά 1 000 κατοίκους στην ΕΕ. Επιπλέον, η αναλογία των γενικών ιατρών είναι μόλις 1 στους 16 ιατρούς στην Ελλάδα, έναντι 1 στους 4 κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

Από τα τέλη του 2017 γίνεται προσπάθεια να αναπτυχθεί σταδιακά ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας, καθώς και μηχανισμός υποχρεωτικής παραπομπής στους ειδικούς ιατρούς μέσω του γενικού ιατρού (gatekeeping), με την ίδρυση μικρότερων τοπικών μονάδων υγείας και μεγαλύτερων κέντρων υγείας. Οι δομές αυτές που πρέπει να είναι αναβαθμισμένες, πρέπει να μπορούν να προσφέρουν από κοινού πλήρες φάσμα υπηρεσιών, το οποίο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πρωτοβάθμια φροντίδα, εξειδικευμένες εξωνοσοκομειακές και διαγνωστικές υπηρεσίες, οδοντιατρική περίθαλψη, φροντίδα της μητέρας και του παιδιού, βασική επείγουσα περίθαλψη και προληπτικές δραστηριότητες. Το καλοκαίρι του 2019 περίπου οι μισές από τις σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις λειτουργούσαν, κυρίως σε αστικές ή ημιαστικές περιοχές. Η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι η προσέλκυση αρκετών γενικών ιατρών προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του συστήματος.

Λόγω της σύνθετης τοπογραφίας της, με πολλά νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, η Ελλάδα εφαρμόζει πρόγραμμα ηλεκτρονικής υγείας (τηλεϊατρική) εδώ και δεκαετίες. Το 2016 ολοκληρώθηκε το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, το οποίο περιλαμβάνει 43 μονάδες τηλεϊατρικής που συνδέουν 30 κέντρα υγείας σε νησιά του Αιγαίου με 12 νοσοκομεία στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. Οι μονάδες τηλεϊατρικής είναι εξοπλισμένες με κάμερες και διαγνωστικά εργαλεία και προσφέρουν πρόσβαση σε ευρύ φάσμα ειδικών ιατρών, συμπεριλαμβανομένων καρδιολόγων, ογκολόγων και ειδικών σε θέματα ψυχικής υγείας.

Η κρίση είχε ως αποτέλεσμα ένα τεράστιο κύμα εξερχόμενης μετανάστευσης ιατρών και νοσηλευτών από την Ελλάδα από το 2011 έως το 2016. Το πάγωμα στις προσλήψεις προσωπικού, που επιβλήθηκε στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης, όριζε ότι μόνο ένας νέος υπάλληλος θα μπορούσε να προσληφθεί για κάθε πέντε αποχωρήσεις, και οδήγησε σε ευρύτατες ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που φάνηκε φέτος εντονότατα στην πανδημία covid-19. Μοιραία οδηγηθήκαμε σε προσλήψεις, που όμως δεν είναι οι αναγκαίες ποιοτικά, όχι μόνο στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα της πρωτοβάθμιας φροντίδας αλλά και στις μονάδες εντατικής θεραπείας, στα τμήματα επειγόντων περιστατικών, στα ογκολογικά τμήματα, στα διαγνωστικά κέντρα και στις δομές ψυχικής υγείας.

Η εύρεση τόσο μεγάλου αριθμού ιατρών και νοσηλευτών αυξημένων προσόντων θα αποτελέσει πρόκληση, λαμβανομένων υπόψη της απαιτούμενης διάρκειας της κατάρτισης, της ανάγκης προσέλκυσης ιατρών που θα εγκαταλείψουν τον ιδιωτικό τομέα και θα στραφούν στην εργασία σε δημόσιες δομές, καθώς και των περιορισμών στην εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης.

Με γνώμονα την προστασία της δημόσιας υγείας και την αποτροπή διασποράς του κορωνοϊού SARS-CoV-2,είναι εις γνώση μας ότι η κυβέρνηση προσπάθησε σταδιακά από τον Οκτώβριο και ενεργοποίησε 161 Κέντρα Υγείας σε όλη την Ελλάδα και 42 περιφερειακά ιατρεία ώστε να παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού.  Με την ενεργοποίηση των ΚΥ επιτυγχάνεται η  παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε περιπατητικούς ασθενείς, η καθοδήγηση και η παρακολούθηση της υγείας των ασθενών παρακολούθηση και η αποφόρτιση/ελάφρυνση των νοσοκομείων.

Όσοι πολίτες αναπτύσσουν συμπτωματολογία συμβατή με λοίμωξη από τον κορονοϊό SARS-CoV-2  μπορούν πλέον να απευθύνονται στα παραπάνω Κέντρα Υγείας και στα Περιφερειακά Ιατρεία προκειμένου να εξεταστούν. Η εξέταση γίνεται μόνο κατόπιν ραντεβού, είτε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ραντεβού, όπου υπάρχει πλέον η ένδειξη για Ιατρείο COVID-19, είτε τηλεφωνικά με τους 5ψηφιους αριθμούς, είτε επικοινωνώντας απευθείας με το Κέντρο Υγείας.

Η κατάσταση των μονάδων ΠΦΥ στις οποίες μπορούν να απευθύνονται οι πολίτες βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://covid19.gov.gr/wp-content/uploads/2020/10/%CE%9B%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CE%9A%CE%A5-%CE%A0%CE%99-%CE%B1%CE%BD%CE%AC-%CE%A5%CE%A0%CE%95-1.pdf.

Στον πίνακα που δημοσιεύουμε φαίνονται τα στοιχεία που αντλήσαμε από την «Απογραφή Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας: Έτος 2019» της ΕΛΣΤΑΤ  που αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2020.

Παρ’ όλες τις αυξημένες ανάγκες, οι Έλληνες δηλώνουν ότι δεν έχουν ικανοποιητική κάλυψη από το σύστημα υγείας της χώρας, παρ’ όλο που την είχαν ανάγκη, κυρίως λόγο υψηλού κόστους. 1 στους 3 καρκινοπαθείς δηλώνει πρόβλημα πρόσβασης στον γιατρό του, 1 στους 4 είχε πρόβλημα στην πρόσβαση στο φάρμακο. Το 60% των διαβητικών και των υπερτασικών αντιμετώπισαν πρόβλημα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας λόγω του κόστους, παρ’ όλο που θεωρητικά οι υπηρεσίες υγείας στην Ελλάδα είναι δωρεάν, και μάλιστα το σύστημα υγείας χρηματοδοτείται και από τους φόρους μας και από το ασφαλιστικό μας σύστημα, εμείς οι πολίτες πληρώνουμε και πάρα πολλά από την τσέπη μας.

Μεγάλο μέρος από αυτές τις κομψά αποκαλούμενες «άτυπες πληρωμές» (οι περισσότεροι τους δίνουν άλλο όνομα) είναι μέρος της παραοικονομίας και αφορούν κυρίως την παράκαμψη της σειράς αναμονής ή και την εξασφάλιση καλύτερης ποιότητας υπηρεσιών. Σύμφωνα με μετρήσεις το ύψος τους ανέρχεται έως και στο 20% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Μετονομάζονται έτσι σε «καταστροφικές δαπάνες», καθώς τινάζουν στον αέρα τον προϋπολογισμό ενός νοικοκυριού και μπορούν να το οδηγήσουν στη φτωχοποίηση.

Όπως φάνηκε από την πανδημία, πρέπει να ενισχυθούν τα Κέντρα Υγείας και οι αποκεντρωμένες μονάδες του Εθνικού Συστήματος Υγείας σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και ανθρώπινους πόρους. Να υπάρξουν ριζικές τομές σε όλες τις υφιστάμενες παθογένειες και εκσυγχρονισμός.  Έτσι θα μπορέσει το ΕΣΥ «από κακοδιοικούμενη και αναποτελεσματική δημόσια υπηρεσία να μετατραπεί σε σύγχρονο και αποτελεσματικό δημόσιο οργανισμό, με έμφαση στην κοινωνική ισότητα, την κλινική αποτελεσματικότητα και την οικονομική βιωσιμότητα, ικανό να εξασφαλίσει σε κάθε Έλληνα πολίτη την ελεύθερη επιλογή για την αναγκαία περίθαλψη και φροντίδα».

Κάποιες από τις προτάσεις ερευνητών για τις διεθνείς τάσεις στην υγεία περιλαμβάνουν τη χαρτογράφηση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς των δομών υγείας, την πλήρη λογιστική και διοικητική μηχανοργάνωσή τους, νέες καινοτόμες δομές όπως κλινικές και χειρουργεία μιας ημέρας, ξενώνες φιλοξενίας και φροντίδας για ηλικιωμένους και ασθενείς τελικού σταδίου, ειδικά κλινικά κέντρα για χρόνιες παθήσεις και καινούργιους νοσοκομειακούς θεσμούς.

Τέλος για να ανταποκριθούν σε όλα αυτά θα πρέπει να υπάρξει και στρατηγικός προγραμματισμός για όλο το ανθρώπινο δυναμικό στο υπουργείο Υγείας μέσω συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης.Οι ειδικοί αναφέρουν ότι αν αρχίσουμε σήμερα με προσεκτικό στρατηγικό σχεδιασμό και μέσα από στοχευμένες δράσεις, θα μπορούμε να ελπίζουμε σε ριζική αναμόρφωση του συστήματος σε βάθος 3-5 ετών. Δοθείσης της ευκαιρίας με την πανδημία του κορωνοϊού, που μας ανάγκασε να προβούμε σε αρκετές αλλαγές προς το καλύτερο, η δική μας άποψη είναι ότι αυτή είναι μια ευκαιρία που θα πρέπει να αδράξουμε.








ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΤΕΛ

Διαβάστε επίσης
 
Αττική - LIFESTYLE
Συνδεθείτε και ενημερωθείτε για τη Γερμανική...
 
Αττική - ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Lockdown: Ανοίγουν όλα τα μαγαζιά με...
 
Αττική - ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ: Σε ετοιμότητα όλος ο...
 
Αττική - ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Η Περιφέρεια Αττικής προμήθευσε τον ΣΠΑΠ...





Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021
7:40 - 5:30

ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΤΕΛ

ΥΓΕΙΑ - Αττική
To ΕΣΥ και οι παρεχόμενες υπηρεσίες στην περίοδο της πανδημίας του Covid-19
Διαβάστηκε 200 φορές

23-11-2020
Από τoν Δημήτρη Πνευματικάτο
Δημοσιογράφος
Το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας δοκιμάζεται τις ημέρες της πανδημίας και φτάνει στα όριά του. Για την κατάσταση που επικρατεί και για το πώς θα υπάρξει ελπίδα για το αύριο, παραθέτουμε μία εμπεριστατωμένη ανάλυση, βασισμένη σε συνομιλία μας με την κυρία Ελευθερία Εμφιετζή, RN, Κλινική  Εκπαιδεύτρια, Msc Λειτουργός Δημόσιας Υγείας και Προϊσταμένη Τ.Κ.Α Γ.Ν.Α. στο Λαϊκό Νοσοκομείο.

Το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιδρύθηκε το 1983 από την πρώτη Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου (ν.1397/83), στα πλαίσια μεταρρύθμισης και αναβάθμισης της δημόσιας υγείας και της λειτουργικής ενοποίησης των δημόσιων υποδομών περίθαλψης. Σκοπός του είναι η ιατροφαρμακευτική και νοσηλευτική κάλυψη των αναγκών του ελληνικού πληθυσμού και όσων διαμένουν στην Ελλάδα, μέσω της παροχής δωρεάν υπηρεσιών.

Οι υπηρεσίες υγείας οφείλουν να παρέχονται απρόσκοπτα και ισότιμα σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από την οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική τους κατάσταση μέσα από ένα ενιαίο και αποκεντρωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Αν και ξεκίνησε ελπιδοφόρα, σήμερα το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας νοσεί. Εντοπίζονται: απουσία οργανωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, έλλειψη σύγχρονων μονάδων περίθαλψης (όπως νοσηλεία στο σπίτι, μονάδες ημερήσιας νοσηλείας, κέντρα αποκατάστασης, μονάδες χρονίως πασχόντων), πολύ περιορισμένη χρήση νέων τεχνολογιών, σχεδόν πλήρης απουσία μηχανισμών αξιολόγησης, ελέγχου και ποιότητας, εκτεταμένη παραοικονομία, ηλικιακή γήρανση και εργασιακή κόπωση του εργατικού δυναμικού, προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης, με αναχρονιστικές, έντονα συγκεντρωτικές δομές και ανορθολογική κατανομή των νοσοκομειακών και πρωτοβάθμιων μονάδων ανά την επικράτεια.

Παράλληλα, η αδιαφορία για τις πραγματικές ανάγκες υγείας των πολιτών, το βάρος του συστήματος ασφάλισης και οι τεράστιες ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία έχουν συνολικά δημιουργήσει ένα δυσλειτουργικό μοντέλο που, ενώνει τους πάντες, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ή επιστημονικής προσέγγισης, στην προφανή διαπίστωση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Κοντά στα μεγάλα αυτά προβλήματα υπάρχει και άλλο ένα, εξαιρετικά σημαντικό, που πρέπει να εκλείψει: οι αναποτελεσματικές και αναχρονιστικές δομές διοίκησης που είναι πανταχού παρούσες στο ΕΣΥ. Οι διοικήσεις των δομών υγείας βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο των κομμάτων εξουσίας. Διαχρονικά και σταδιακά, η τοποθέτηση κομματικών στελεχών συνοδεύτηκε από την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τις ανεξάρτητες διοικήσεις των νοσοκομείων, με αποτέλεσμα η δυνατότητα λήψης αποφάσεων εντός μιας δημόσιας δομής να είναι πολύ περιορισμένη. Αυτή η δομή του συστήματος δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί έτσι, αν λέμε ότι θέλουμε να αναμορφώσουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Πρέπει στην Ελλάδα να δημιουργηθούν μηχανισμοί που να επιτρέπουν τον επαρκή σχεδιασμό και τη βέλτιστη κατανομή των υλικών και των ανθρώπινων πόρων ώστε το ανθρώπινο δυναμικό και οι εγκαταστάσεις στον τομέα της υγείας να μην συγκεντρώνονται σε δυσανάλογο βαθμό στις αστικές περιοχές, ενώ στις αγροτικές περιοχές παρατηρούνται ελλείψεις τόσο σε επίπεδο εξειδικευμένου προσωπικού όσο και σε επίπεδο εγκαταστάσεων. Το 2017 υπήρχαν 4,2 νοσοκομειακές κλίνες ανά 1 000 κατοίκους - λίγο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (5,0).

Παρατηρείται επίσης έντονη ανισορροπία στην κατανομή του εργατικού δυναμικού του τομέα υγείας, τόσο από γεωγραφική άποψη όσο και από την άποψη του μείγματος δεξιοτήτων. Η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο αριθμό ιατρών και ταυτόχρονα τον χαμηλότερο αριθμό νοσηλευτών ανά 1 000 κατοίκους στην ΕΕ. Επιπλέον, η αναλογία των γενικών ιατρών είναι μόλις 1 στους 16 ιατρούς στην Ελλάδα, έναντι 1 στους 4 κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

Από τα τέλη του 2017 γίνεται προσπάθεια να αναπτυχθεί σταδιακά ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας, καθώς και μηχανισμός υποχρεωτικής παραπομπής στους ειδικούς ιατρούς μέσω του γενικού ιατρού (gatekeeping), με την ίδρυση μικρότερων τοπικών μονάδων υγείας και μεγαλύτερων κέντρων υγείας. Οι δομές αυτές που πρέπει να είναι αναβαθμισμένες, πρέπει να μπορούν να προσφέρουν από κοινού πλήρες φάσμα υπηρεσιών, το οποίο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πρωτοβάθμια φροντίδα, εξειδικευμένες εξωνοσοκομειακές και διαγνωστικές υπηρεσίες, οδοντιατρική περίθαλψη, φροντίδα της μητέρας και του παιδιού, βασική επείγουσα περίθαλψη και προληπτικές δραστηριότητες. Το καλοκαίρι του 2019 περίπου οι μισές από τις σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις λειτουργούσαν, κυρίως σε αστικές ή ημιαστικές περιοχές. Η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι η προσέλκυση αρκετών γενικών ιατρών προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του συστήματος.

Λόγω της σύνθετης τοπογραφίας της, με πολλά νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, η Ελλάδα εφαρμόζει πρόγραμμα ηλεκτρονικής υγείας (τηλεϊατρική) εδώ και δεκαετίες. Το 2016 ολοκληρώθηκε το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, το οποίο περιλαμβάνει 43 μονάδες τηλεϊατρικής που συνδέουν 30 κέντρα υγείας σε νησιά του Αιγαίου με 12 νοσοκομεία στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. Οι μονάδες τηλεϊατρικής είναι εξοπλισμένες με κάμερες και διαγνωστικά εργαλεία και προσφέρουν πρόσβαση σε ευρύ φάσμα ειδικών ιατρών, συμπεριλαμβανομένων καρδιολόγων, ογκολόγων και ειδικών σε θέματα ψυχικής υγείας.

Η κρίση είχε ως αποτέλεσμα ένα τεράστιο κύμα εξερχόμενης μετανάστευσης ιατρών και νοσηλευτών από την Ελλάδα από το 2011 έως το 2016. Το πάγωμα στις προσλήψεις προσωπικού, που επιβλήθηκε στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης, όριζε ότι μόνο ένας νέος υπάλληλος θα μπορούσε να προσληφθεί για κάθε πέντε αποχωρήσεις, και οδήγησε σε ευρύτατες ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που φάνηκε φέτος εντονότατα στην πανδημία covid-19. Μοιραία οδηγηθήκαμε σε προσλήψεις, που όμως δεν είναι οι αναγκαίες ποιοτικά, όχι μόνο στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα της πρωτοβάθμιας φροντίδας αλλά και στις μονάδες εντατικής θεραπείας, στα τμήματα επειγόντων περιστατικών, στα ογκολογικά τμήματα, στα διαγνωστικά κέντρα και στις δομές ψυχικής υγείας.

Η εύρεση τόσο μεγάλου αριθμού ιατρών και νοσηλευτών αυξημένων προσόντων θα αποτελέσει πρόκληση, λαμβανομένων υπόψη της απαιτούμενης διάρκειας της κατάρτισης, της ανάγκης προσέλκυσης ιατρών που θα εγκαταλείψουν τον ιδιωτικό τομέα και θα στραφούν στην εργασία σε δημόσιες δομές, καθώς και των περιορισμών στην εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης.

Με γνώμονα την προστασία της δημόσιας υγείας και την αποτροπή διασποράς του κορωνοϊού SARS-CoV-2,είναι εις γνώση μας ότι η κυβέρνηση προσπάθησε σταδιακά από τον Οκτώβριο και ενεργοποίησε 161 Κέντρα Υγείας σε όλη την Ελλάδα και 42 περιφερειακά ιατρεία ώστε να παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού.  Με την ενεργοποίηση των ΚΥ επιτυγχάνεται η  παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε περιπατητικούς ασθενείς, η καθοδήγηση και η παρακολούθηση της υγείας των ασθενών παρακολούθηση και η αποφόρτιση/ελάφρυνση των νοσοκομείων.

Όσοι πολίτες αναπτύσσουν συμπτωματολογία συμβατή με λοίμωξη από τον κορονοϊό SARS-CoV-2  μπορούν πλέον να απευθύνονται στα παραπάνω Κέντρα Υγείας και στα Περιφερειακά Ιατρεία προκειμένου να εξεταστούν. Η εξέταση γίνεται μόνο κατόπιν ραντεβού, είτε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ραντεβού, όπου υπάρχει πλέον η ένδειξη για Ιατρείο COVID-19, είτε τηλεφωνικά με τους 5ψηφιους αριθμούς, είτε επικοινωνώντας απευθείας με το Κέντρο Υγείας.

Η κατάσταση των μονάδων ΠΦΥ στις οποίες μπορούν να απευθύνονται οι πολίτες βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://covid19.gov.gr/wp-content/uploads/2020/10/%CE%9B%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CE%9A%CE%A5-%CE%A0%CE%99-%CE%B1%CE%BD%CE%AC-%CE%A5%CE%A0%CE%95-1.pdf.

Στον πίνακα που δημοσιεύουμε φαίνονται τα στοιχεία που αντλήσαμε από την «Απογραφή Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας: Έτος 2019» της ΕΛΣΤΑΤ  που αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2020.

Παρ’ όλες τις αυξημένες ανάγκες, οι Έλληνες δηλώνουν ότι δεν έχουν ικανοποιητική κάλυψη από το σύστημα υγείας της χώρας, παρ’ όλο που την είχαν ανάγκη, κυρίως λόγο υψηλού κόστους. 1 στους 3 καρκινοπαθείς δηλώνει πρόβλημα πρόσβασης στον γιατρό του, 1 στους 4 είχε πρόβλημα στην πρόσβαση στο φάρμακο. Το 60% των διαβητικών και των υπερτασικών αντιμετώπισαν πρόβλημα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας λόγω του κόστους, παρ’ όλο που θεωρητικά οι υπηρεσίες υγείας στην Ελλάδα είναι δωρεάν, και μάλιστα το σύστημα υγείας χρηματοδοτείται και από τους φόρους μας και από το ασφαλιστικό μας σύστημα, εμείς οι πολίτες πληρώνουμε και πάρα πολλά από την τσέπη μας.

Μεγάλο μέρος από αυτές τις κομψά αποκαλούμενες «άτυπες πληρωμές» (οι περισσότεροι τους δίνουν άλλο όνομα) είναι μέρος της παραοικονομίας και αφορούν κυρίως την παράκαμψη της σειράς αναμονής ή και την εξασφάλιση καλύτερης ποιότητας υπηρεσιών. Σύμφωνα με μετρήσεις το ύψος τους ανέρχεται έως και στο 20% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Μετονομάζονται έτσι σε «καταστροφικές δαπάνες», καθώς τινάζουν στον αέρα τον προϋπολογισμό ενός νοικοκυριού και μπορούν να το οδηγήσουν στη φτωχοποίηση.

Όπως φάνηκε από την πανδημία, πρέπει να ενισχυθούν τα Κέντρα Υγείας και οι αποκεντρωμένες μονάδες του Εθνικού Συστήματος Υγείας σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και ανθρώπινους πόρους. Να υπάρξουν ριζικές τομές σε όλες τις υφιστάμενες παθογένειες και εκσυγχρονισμός.  Έτσι θα μπορέσει το ΕΣΥ «από κακοδιοικούμενη και αναποτελεσματική δημόσια υπηρεσία να μετατραπεί σε σύγχρονο και αποτελεσματικό δημόσιο οργανισμό, με έμφαση στην κοινωνική ισότητα, την κλινική αποτελεσματικότητα και την οικονομική βιωσιμότητα, ικανό να εξασφαλίσει σε κάθε Έλληνα πολίτη την ελεύθερη επιλογή για την αναγκαία περίθαλψη και φροντίδα».

Κάποιες από τις προτάσεις ερευνητών για τις διεθνείς τάσεις στην υγεία περιλαμβάνουν τη χαρτογράφηση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς των δομών υγείας, την πλήρη λογιστική και διοικητική μηχανοργάνωσή τους, νέες καινοτόμες δομές όπως κλινικές και χειρουργεία μιας ημέρας, ξενώνες φιλοξενίας και φροντίδας για ηλικιωμένους και ασθενείς τελικού σταδίου, ειδικά κλινικά κέντρα για χρόνιες παθήσεις και καινούργιους νοσοκομειακούς θεσμούς.

Τέλος για να ανταποκριθούν σε όλα αυτά θα πρέπει να υπάρξει και στρατηγικός προγραμματισμός για όλο το ανθρώπινο δυναμικό στο υπουργείο Υγείας μέσω συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης.Οι ειδικοί αναφέρουν ότι αν αρχίσουμε σήμερα με προσεκτικό στρατηγικό σχεδιασμό και μέσα από στοχευμένες δράσεις, θα μπορούμε να ελπίζουμε σε ριζική αναμόρφωση του συστήματος σε βάθος 3-5 ετών. Δοθείσης της ευκαιρίας με την πανδημία του κορωνοϊού, που μας ανάγκασε να προβούμε σε αρκετές αλλαγές προς το καλύτερο, η δική μας άποψη είναι ότι αυτή είναι μια ευκαιρία που θα πρέπει να αδράξουμε.





Όροι χρήσης
Σχετικά με τα cookies
Διαφημίσεις
Ταυτότητα
Επικοινωνία
Μέλη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
6977232183

Αριθμός Μητρώου Online Media: 13444
www.dimotisnews.gr © 2021 All rights reserved