Ανατολική Αττική: Συμμορίες της Νέας Μάκρης
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
6:38 πμ - 8:22 μμ



LIFESTYLE - Ανατολική Αττική

Συμμορίες της Νέας Μάκρης

Dimotisnews | 12/08/2026 - 22:23


Οι «Μηχανάνθρωποι», ο Σταύρος και οι σούζες στη Νέα Μάκρη: ένα καλοκαιρινό χρονικό για τις συμπτώσεις και τη χαρά της ζωής.



Άρθρο του Νίκου Καραχάλιου στο athensvoice.gr

Οι «Μηχανάνθρωποι» ήταν το βιβλίο που μου τράβηξε την προσοχή στο Book Festival - ή μάλλον στο λαϊκοπάζαρο που, ανάμεσα σε μπιχλιμπίδια και διάφορα άλλα κινέζικα στολίδια, παρουσιάζεται κάθε καλοκαίρι ως Έκθεση Βιβλίου της Νέας Μάκρης.

Τέτοια περιοδεύοντα θεάματα βιβλίου τα βρίσκεις παντού στην ελληνική επικράτεια. Πού και πού, όμως, ανάμεσα στη σαβούρα των best sellers και των οδηγών μαγειρικής, εμφανίζονται και διαμαντάκια. Ένα απ’ αυτά ήταν οι «Μηχανάνθρωποι» του Γιάννη Σιδεράκη (εκδόσεις Οξύ, Αθήνα 2022). Το διάλεξα. Το πήρα.

Το βράδυ ήταν καλοκαιρινό και ζεστό. Στην παραλία της Νέας Μάκρης μικροαστοί μεγάλωναν τις κοιλιές τους καταβροχθίζοντας κεμπάπ στον «Χοντρό», οι νεότεροι σέρνονταν στους βαρελοκαναπέδες μιας αυτοσχέδιας καντίνας που είχε φυτρώσει ξαφνικά –και απολύτως παραβατικά– δίπλα στον πεζόδρομο, πίνοντας στο μπαράκι, και βέβαια τα πιτσιρίκια, πολλά πιτσιρίκια, βόλταραν πάνω κάτω με τα ποδήλατά τους.

Μικροσκοπικά ανθρωπάκια. Κι όμως, σήμερα φαντάζουν γίγαντες στα μάτια μου απέναντι στους εκατοντάδες ενήλικες που είχαν συμβιβαστεί με τον μικροαστισμό, σκυμμένοι πάνω από τις οθόνες τους και παρακολουθώντας τη ζωή κάποιου άλλου. Τα πιο μικρά ήταν ακόμη πάνω σε ποδηλατάκια με βοηθητικές.

Στο άλλο άκρο του τόξου των ανηλίκων, οι έφηβοι καβαλούσαν ηλεκτρικά πατίνια τύπου Lime, που είχαν γίνει τελευταία πολύ της μόδας. Και γύρω τους, στον πεζόδρομο, δεκάδες μηχανές. Μεγάλες, μικρές, ακριβές, φτηνές, σκούτερ και βεσπάκια, στριμωγμένες ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Για τους περισσότερους ιδιοκτήτες τους δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μέσα μεταφοράς. Τις είχαν αγοράσει για να πηγαίνουν κάπου. Στη δουλειά, στην παραλία, για καφέ. Για κάποιους πιτσιρικάδες, όμως, ήταν κάτι άλλο.

Ήξεραν ποιος είχε αλλάξει εξάτμιση, ποιος είχε πειράξει μοτέρ, ποιο μηχανάκι «έδινε», ποιο δεν έδινε και ποιος μπορούσε να το σηκώσει στη μία ρόδα. Οι άλλοι είχαν μηχανές. Αυτοί είχαν ιστορίες.

Ο δικός μου κολλητός, ο Σταυράκης, είχε δεν είχε κλείσει τα δεκαοκτώ. Έλεγε ότι τα είχε κλείσει, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι πριν από έναν μόλις μήνα είχε τελειώσει με το σχολείο. «Ξεμπέρδεψα με τη μαλακία», είχε αναγγείλει θριαμβευτικά ενώπιον της «Παρέας της Νησίδας», που συναντούσε κάθε βράδυ μπροστά σε ένα all-day bar-café, το οποίο ο Άλεξ και οι τρεις κολλητοί του μετέτρεπαν συστηματικά σε all-night κατάσταση.

Τώρα, από το «ξεμπέρδεψα» μέχρι το «αποφοίτησα» μεσολαβούσαν πέντ’ έξι μαθήματα, στα οποία ήταν οριακό αν είχε πιάσει τη βάση. Αλλά στο Κράτος των Αρίστων αυτά ήταν πραγματικά ψιλά γράμματα. Δεν σταυρώνανε τους μαθητές αν αποτύγχαναν, δεν βάζανε στόχους, ακόμα κι αν πετύχαιναν.

Τι περίμενε τον Σταύρο μετά την αποφοίτηση; Σίγουρα ένα αβέβαιο μέλλον.



Ο στρατός επίσης.

Όταν ο Άλεξ πήγε να του δώσει ένα βιβλιαράκι για να του κάνει παρέα στη σκοπιά, ο μικρός τον έκοψε: «Μη με λες μικρό». Και μετά ξεκαθάρισε: «Δεν διαβάζω. Αυτά είναι για σας. Εγώ ΖΩ. Με Ζ κεφαλαίο και Ω κεφαλαίο».

Πώς ζούσε; Κάνοντας σούζες. Πρέπει να ήταν κάποιου είδους ανεπίσημος πρωταθλητής στο Κ-18 του Πρωταθλήματος Σούζας Βορειοανατολικής Αττικής. Ή North East Attica Bay, όπως θα το έλεγαν αν ζούσαν πραγματικά στο Μανχάταν Μπιτς της Νέας Υόρκης.

Ο Σταύρος ήταν μονίμως χαμογελαστός. Μπασκετικό σορτσάκι, T-shirt Hollister και μια παράξενη αλυσίδα στον λαιμό - όχι από εκείνες τις χρυσές των ράπερς του Μπρονξ, αλλά κάτι πολύ πιο αυτοσχέδιο, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει πάνω του και καπάκι από μπίρα.

Το Hollister είχε πλάκα. Γιατί στο Hollister της Καλιφόρνιας, το 1947, μια συγκέντρωση μοτοσικλετιστών κατέληξε στα περίφημα επεισόδια που πέρασαν στον αμερικανικό μύθο των bikers και ενέπνευσαν αργότερα τον «Ατίθασο» με τον Μάρλον Μπράντο.

Δεν ξέρω αν ο Σταύρος το ήξερε. Θα στοιχημάτιζα πως όχι. Άλλωστε ζούσε περισσότερο απ’ όσο διάβαζε. Θα μπορούσε να είναι το σίκουελ του «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», της cult ελληνικής ταινίας των ’80s με τον Σταμάτη Γαρδέλη και τον Στηβ Ντούζο. Ο δεύτερος μάς είχε ήδη αποχαιρετήσει -όχι κάνοντας κόντρες- και ο πρώτος είχε μετατραπεί σε έναν ακόμη συντηρητικό πενηντάρη που έκανε σχόλια στα social media.

Αν ο Σταύρος ήταν ηθοποιός, πού θα ήθελε να παίζει; Στον «Ατίθασο», στον ρόλο του Μπράντο; Ή στον «Αταίριαστο», στον ρόλο του Motorcycle Boy που έπαιζε ο Μίκι Ρουρκ; Το προσωπάκι του ήταν πολύ παιδικό ακόμη και για Ματ Ντίλον. Και η ταινία του Κόπολα πολύ σκοτεινή για να κολλήσει με το ελληνικό καλοκαίρι.

Καλαμπουρίζοντας μεταξύ τους, ο Μάκης ο «Καραφλομαλλιάς» -πρώην χούλιγκαν, νυν εισοδηματίας-, ο Νίκος ο Πρέσβης -πρώην μπασκετμπολίστας, νυν διευθυντής σε μεγάλη δημόσια υπηρεσία- και ο Τάσος ο Σεφ, μάγειρας στην παραδιπλανή ταβέρνα, έλεγαν πως οι «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» είχαν πλέον μεταφερθεί στον παραλιακό της Νέας Μάκρης. Γιατί, μόλις καταργούνταν ο πεζόδρομος κι έπεφταν οι μπάρες, οι πιτσιρικάδες ξεχύνονταν. Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να κάνουν φιγούρα, όχι μόνο στα κοριτσάκια, αλλά και στους φανς τους στο TikTok.

Κάποτε βέβαια δεν υπήρχε TikTok. Υπήρχε κάτι πολύ αποτελεσματικότερο: Το word of mouth. Κάποιος έκανε μια σούζα. Την έβλεπαν πέντε. Οι πέντε την έλεγαν σε άλλους δέκα και, μέχρι η ιστορία να φτάσει στην άλλη άκρη της Νέας Μάκρης, η σούζα είχε κρατήσει πεντακόσια μέτρα, η μηχανή είχε πιάσει διακόσια και ο οδηγός είχε ξεφύγει από τρία περιπολικά.

Μια σούζα γινόταν θρύλος. Ένας καβγάς γινόταν μάχη. Μια παρέα από μηχανάκια γινόταν συμμορία. Το word of mouth ήταν το CGI –Computer-Generated Imagery– της εποχής. Μόνο που δεν χρειαζόταν computer. Χρειαζόταν έναν καλό storyteller. Και, κυρίως, είχε διάρκεια.

Σήμερα όλα καταγράφονται. Αναπαράγονται ασύγκριτα περισσότερο, αλλά μυθοποιούνται πολύ λιγότερο. Η κάμερα είναι αμείλικτη. Η τρομερή σούζα αποδεικνύεται δεκαπέντε μέτρα, η «συμμορία» τέσσερα παιδιά και ο επικός καβγάς περισσότερο σπρωξίματα παρά «Συμμορίες της Νέας Υόρκης».

Η εικόνα ταξιδεύει γρηγορότερα από τη φήμη. Αλλά η φήμη ταξίδευε περισσότερο. Και είχε καλύτερο σεναριογράφο. Οι δικοί μας είχαν γίνει ένα κακέκτυπο των συμμοριών της Νέας Υόρκης, με κοντοκουρεμένους Μαραθωνίτες γεμάτους τατουάζ, που το ’παιζαν Πορτορικανοί γκάνγκστερς. Το μόνο που είχαν κοινό με τους πραγματικούς δολοφόνους του Μπρονξ ήταν τα βιντεάκια των πρωτότυπων που ανέβαιναν στο Instagram.

Οι μικροί αυτοί πιθανότατα δεν είχαν δει ποτέ τον «Σημαδεμένο». Δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Αλ Πατσίνο, και το πιο κοντινό negative role model στους cinematic tough guys ήταν ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος και ο παλιός κολλητός μου, ο Νέστορας.

Ο Σταυράκης όμως δεν ήταν καν βάζελος για να ταυτιστεί με τον ήρωα των φλώρων των βορείων προαστίων. Ήταν ΑΕΚ. Άρα, τι του έμενε; Δεν είχε καν μηχανή. Δανειζόταν από τους κολλητούς του βεσπάκια από τα οποία είχαν αφαιρεθεί οι πινακίδες και τα κυκλοφορούσε μετά τις δύο τα ξημερώματα, ελπίζοντας ότι οι μπάτσοι θα κοιμούνταν τέτοια ώρα.

Τον είχαν στριμώξει κάνα δυο φορές. Ήταν όμως τυχερός. Ο τοπικός επικεφαλής της ΔΙ.ΑΣ. δεν ήταν κανένας καβλόμπατσος. Ήταν ξηγημένος. Αγαπούσε κι αυτός τις μηχανές, είχε παιδιά περίπου στην ίδια ηλικία και καταλάβαινε τι σημαίνει Gen Z.

«Πρόσεχε. Θα είναι η τελευταία φορά», του είχε πει όταν τον στρίμωξε έξω από τις κατασκηνώσεις του Ανδρέα.

Το δήθεν αυστηρό ύφος δεν έκανε τον μικρό να μασήσει. Χαμήλωνε για λίγο το βλέμμα. «Εντάξει». Και μέσα απ’ τα δόντια του: «Μέχρι την επόμενη».

Ο Σταύρος δούλευε βοηθός σερβιτόρου και είχε ένα ποδήλατο που εμείς οι άσχετοι θα το λέγαμε BMX.

«Όχι BMX, κύριε Αλέξανδρε», με διόρθωσε αμέσως. «Dirt jump bike. DJ bike».

Προφανώς ήξερε καλύτερα τι καβαλούσε από εμάς, που είχαμε μάθει να βάζουμε όλα τα ποδήλατα με μικρό σκελετό στην ίδια κατηγορία.

Αυτά ήταν περίπου όλα όσα είχε. Μαζί με το κούτελό του, όπως έλεγε.

Κάποια στιγμή κατάφερε να σπάσει και τη μύτη του σε μια κατάβαση στον Παρνασσό, όπου είχε πάει να τρέξει σε αγώνες κατευθείαν μετά τη δουλειά.
«Δε μου βγήκε ένα ανάποδο τιμόνι, κύριε Αλέξανδρε. Τι να κάνω;»
«Σιγά που θα ’βαζες μυαλό. Την κακομοίρα τη μάνα σου δεν τη σκέφτεσαι, μωρέ;» του λέγαμε, μπας και τον ρίξουμε στο φιλότιμο. Γιατί μπορεί να το έπαιζε αγρίμι, αλλά κατά βάθος ήταν καλή πάστα παιδιού.
«Έχει τον δίδυμο που πάει Ιατρική να τον χαίρεται. Εγώ άλλα χαίρομαι».

Και καβάλαγε το πρώτο βεσπάκι που περνούσε κι έφευγε στο άγνωστο με τα κολλητάρια του.

Μετά τη μία το βράδυ η Νέα Μάκρη άλλαζε. Οι οικογένειες είχαν μαζέψει τα πιτσιρίκια, οι μικροαστοί είχαν τελειώσει τα κεμπάπ τους και οι law-and-order πενηντάρηδες είχαν επιστρέψει στα σπιτάκια τους και στα ηλεκτρικά αυτοκινητάκια τους.

Η παραλιακή άλλαζε ιδιοκτήτες. Ο πεζόδρομος γινόταν μια μικρή αυτοσχέδια πίστα. Μπορεί να μας εκνεύριζαν. Μπορεί να έκαναν θόρυβο, σούζες και μαλακίες. Και κάθε τόσο κάποιος έπρεπε να τους θυμίσει ότι η άσφαλτος δεν συγχωρεί τόσο εύκολα όσο ο επικεφαλής της ΔΙ.ΑΣ.

Αλλά τουλάχιστον αυτοί που έμεναν έξω ήταν ζωντανοί. Δεν ήταν νεκροζώντανοι πίσω από τζάμια και οθόνες. Δεν παρακολουθούσαν κάποιον άλλο να ζει. Έφτιαχναν –άτσαλα, θορυβωδώς και μερικές φορές επικίνδυνα– τις δικές τους ιστορίες. Μπορεί να μην είχαν λεφτά για δική τους μηχανή. Ήξεραν όμως τι καβαλούσαν.

Και κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως είχα παρεξηγήσει και τον τίτλο του βιβλίου. Οι πραγματικοί «Μηχανάνθρωποι» δεν ήταν απαραίτητα αυτοί που καβαλούσαν τις μηχανές.

Από τον Μπράντο στον Μίκι Ρουρκ κι από τον Μίκι στον Σταύρο, η απόσταση είναι περίπου όση χωρίζει το cast του «Ατίθασου» και του «Αταίριαστου» από τον Γαρδέλη και τον συγχωρεμένο Στηβ Ντούζο.

Αλλά ίσως αυτή να είναι και η γοητεία της ιστορίας. Γιατί όλο αυτό το κινηματοχρονογράφημα ξεκίνησε από εκείνη την τυχαία αγορά των «Μηχανανθρώπων». Κι εγώ εξακολουθώ να έχω μεγάλη εκτίμηση στις συμπτώσεις. Πιστεύω ότι όλα γύρω μας αλλάζουν, αλλά οι συμπτώσεις παραμένουν σταθερές.



Ποιες συμπτώσεις;

Άνοιξα το βιβλίο. Στην πρώτη κιόλας ιστορία, «Κάνε το καλό», πρωταγωνιστούσε ένας «Καραφλομαλλιάς». Το ίδιο παρατσούκλι με τον Μάκη της «Παρέας της Νησίδας».

Γύρισα σελίδα. Η δεύτερη ιστορία, «Παντοτινή αγάπη», είχε πρωταγωνιστή έναν Σταύρο. Κι έναν γάτο που λεγόταν Σταύρακας. Ο δικός μας ο Σταύρος μπορεί να μην ήταν γάτος. Γατί όμως ήταν. Και μάλιστα έξυπνο γατί.

Και μετά ήρθαν τα Ξύλινα Σπαθιά. Σε μια σελίδα των «Μηχανανθρώπων» υπήρχαν στίχοι τους από το 1993. Ρόδες, σίδερα, όλα να γυρίζουν τρελά. Κι εκείνη η φράση: «ρόδες που πάν’ στο πουθενά».

Εκεί σταμάτησα. Καραφλομαλλιάς. Σταύρος. Σταύρακας. Ρόδες. Εντάξει, κύριε Jung. Το παρακάνατε.

Ο Carl Jung θα το ονόμαζε συγχρονικότητα: γεγονότα χωρίς εμφανή αιτιώδη σύνδεση, που, όταν συμπέσουν, αποκτούν για εκείνον που τα βιώνει ένα ιδιαίτερο νόημα. Εμείς στη Νέα Μάκρη το λέγαμε απλώς σύμπτωση. Και παραγγέλναμε άλλη μια μπίρα.

Υπήρχε όμως κι ένας άλλος στίχος εκεί μέσα. Μια εικόνα ανθρώπων που μέσα στην άβυσσο χτίζουν τον δικό τους παράδεισο.

Ίσως αυτό να έκαναν τελικά κι αυτοί οι πιτσιρικάδες. Με dirt jump bikes, δανεικά βεσπάκια, σούζες, κολλητάρια, κορίτσια και καλοκαιρινές νύχτες.

Εμείς βλέπαμε την άβυσσο. Αυτοί έβλεπαν τον παράδεισο.

Όσοι δεν με πιστεύετε μπορείτε να κάνετε δύο πράγματα: Πρώτον, να αγοράσετε το βιβλίο. Αξίζει. Δεύτερον, να έρθετε στη Νησίδα του Χοντρού μετά τη μία το βράδυ και να γνωρίσετε αυτά τα τυπάκια. Το σίγουρο είναι ότι θα περάσουμε φίνα. Θα γελάσουμε και θα σας κεράσουμε και μια παγωμένη μπίρα.

Α! Μην εμφανιστείτε όμως μετά τις 3 Σεπτέμβρη. Όχι, δεν πρόκειται να αναστήσουμε καμιά κλαδική του ΠΑΣΟΚ. Απλώς δεν θα πετύχετε τον Σταύρο. Παρουσιάζεται στο Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στον Αυλώνα.

Από το DJ bike, τα δανεικά βεσπάκια και τις σούζες, μπορεί ξαφνικά να βρεθεί μπροστά σε ένα Leopard. Του ευχόμαστε μόνο να μην προσπαθήσει να το σηκώσει στη μία ρόδα.

Αυτές οι γραμμές γράφονται από τη Νάξο. Ο Σταύρος βρίσκεται στο διπλανό νησί, στην Πάρο, στις τελευταίες του διακοπές πριν γίνει φαντάρος. Κι εκεί, απ’ ό,τι μαθαίνω, κυνηγάει μια Σοφία.

Δεν ξέρω αν θα επιστρέψει από την Πάρο περισσότερο σοφός ή από τον Αυλώνα περισσότερο πειθαρχημένος. Δεν ξέρω καν αν χρειάζεται. Γιατί τελικά ίσως τα Ξύλινα Σπαθιά να είχαν κάνει ένα μικρό λάθος.

Οι ρόδες του Σταύρου μπορεί να φαίνονταν ότι πήγαιναν στο πουθενά. Ο Σταύρος, όμως, πήγαινε κάπου. Προς το παρόν στην Πάρο. Μετά στον Αυλώνα. Και μετά θα βλέπαμε.

Άλλωστε ήταν δεκαοχτώ. Και, όπως μας υπενθύμιζε κάθε βράδυ: «Εγώ ΖΩ».

Και, ευτυχώς, είχε ακόμη Αύγουστο.
Διαβάστε
Διαβάστε
Κατεβάστε την PWA* εφαρμογή Dimotisnews app στο κινητό σας και μείνετε συντονισμένοι με το Dimotisnews.
*Οι PWA (Progressive Web Apps) είναι web εφαρμογές που λειτουργούν σαν native mobile apps — αλλά τρέχουν μέσω browser και μπορούν να εγκατασταθούν στη συσκευή, ακόμα και χωρίς να περάσουν από το App Store ή το Google Play.
Οι PWA εφαρμογές δεν εγκαθιστούν εκτελέσιμα αρχεία, λειτουργούν μέσα από τον browser και απαιτούν ελάχιστο χώρο, καθιστώντας τις μια ασφαλή και ελαφριά επιλογή για τη συσκευή σας.