Με την κατάσταση στο πολιτικό σκηνικό να αλλάζει, οι νέες δημοσκοπήσεις προσφέρουν μια πιο καθαρή εικόνα, καθώς πλέον περιλαμβάνουν και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ) του Αλέξη Τσίπρα, καθώς και την Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πώς το φιλοκυβερνητικό μιντιακό οικοσύστημα αντιδρά σε αυτές τις εξελίξεις.
Μια κυρίαρχη παρατήρηση είναι η εμμονή στην ανάδειξη της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος που προηγείται στις προτιμήσεις των πολιτών. Αυτή η πρωτοκαθεδρία προβάλλεται ως σίγουρη ένδειξη μιας επερχόμενης εκλογικής νίκης. Ωστόσο, αυτό που συχνά παραλείπεται να αναφερθεί είναι ότι στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν αρκεί απλώς να είσαι πρώτο κόμμα· είναι η ικανότητα να συγκεντρώσεις τις απαιτούμενες ψήφους για να σχηματίσεις αυτοδύναμη κυβέρνηση που κρίνει την επιτυχία.
Ιστορικά, η εκλογική νίκη έχει προέλθει από κόμματα που έχουν καταφέρει να συγκροτήσουν όχι μόνο μια αριθμητική πλειοψηφία, αλλά και μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, κέρδισε τις εκλογές το 2015 επειδή εκπροσώπησε τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονταν από τα μνημόνια. Αντίστοιχα, η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να κερδίσει το 2019 επειδή ήρθε σε επαφή με εκείνους που επιθυμούσαν την επιστροφή στην κανονικότητα.
Αυτή τη στιγμή, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί μια δημοσκοπική πρωτοκαθεδρία, η οποία οφείλεται εν μέρει στην πρόσκαιρη κατάσταση της αντιπολίτευσης. Η ΕΛΑΣ, με την αυξανόμενη επιρροή της, συνεπάγεται τη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού συσχετισμού.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η δημοσκοπική υπεροχή της ΝΔ συμβαδίζει με ποσοστά που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ήττα. Παρά την προοπτική αύξησης της συσπείρωσης της μέχρι τις εκλογές, το κόμμα αντιμετωπίζει σημαντικές διαρροές προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό υποδηλώνει ότι η ΝΔ ενδέχεται να μην καταφέρει να επιτύχει ένα ποσοστό που να διασφαλίσει αυτοδύναμη διακυβέρνηση, ενώ είναι πιθανό να βρεθεί και μακριά από ένα ικανοποιητικό ποσοστό για να έχει τη δυνατότητα συνεργασίας με κάποιον «πρόθυμο» σύμμαχο.
Αυτή η εικόνα δεν προέρχεται μόνο από αριθμούς, αλλά δείχνει και μια πιο βαθιά πραγματικότητα. Η τωρινή συσπείρωση της ΝΔ δεν περιλαμβάνει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, αλλά κυρίως εκείνες που έχουν ωφεληθεί από την κυβερνητική πολιτική, οι οποίες παραμένουν μειοψηφικές στην ελληνική κοινωνία. Αντίθετα, η πλειοψηφική δυναμική φαίνεται να σχετίζεται με την επιθυμία για πολιτική αλλαγή και μια ριζική αναμόρφωση.
Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία, μέσω των λόγων και των δράσεών της, δεν έχει τη δυνατότητα να προτείνει την απαραίτητη πολιτική αλλαγή. Οι υποσχέσεις της για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και η περιφρόνηση για τα δημόσια αγαθά και τη δημοκρατία την τοποθετούν σε αντίθεση με την πλειονότητα των πολιτών που αναζητούν μια εναλλακτική λύση.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όταν αναπτύσσεται ένα ισχυρό κοινωνικό αίτημα, αυτό δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ χωρίς πολιτική εκπροσώπηση. Όπως η φύση δεν ανέχεται το κενό, έτσι και στην πολιτική οι πολίτες αναγνωρίζουν πότε μια πρόταση ανταγωνίζεται πραγματικά το ώριμο αίτημά τους.
Αυτή τη στιγμή, το αίτημα για πολιτική αλλαγή σταδιακά βρίσκει τη φωνή του, κυρίως μέσω της ΕΛΑΣ υπό τον Αλέξη Τσίπρα. Αν και η διαδικασία δεν είναι εύκολη, καθώς η κοινωνία επιθυμεί αλλαγή, αλλά διατηρεί επιφυλάξεις για τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, η δυναμική αυτή αρχίζει να διαφαίνεται.
Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να προχωρήσει προς τις εκλογές με τη βεβαιότητα ότι η εκλογική της δυναμική προοιωνίζει ήττα. Παράλληλα, οι αντιφάσεις και η ελπίδα της εκπροσώπησης του αιτήματος αλλαγής επισημαίνουν ότι τα πραγματικά ζητήματα δεν κρίνονται από εκλογικές στρατηγικές, αλλά από τις ουσιαστικές ανάγκες της κοινωνίας.