Ο «Έφηβος», το γλυπτό του Θανάση Απάρτη επέστρεψε στον δημόσιο χώρο. Την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, τοποθετήθηκε στην Πλατεία Αγίου Σώστη. Η εκδήλωση υποδοχής του μνημείου, πραγματοποιήθηκε, παρουσία του Δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα και των κατοίκων της περιοχής.
Ο Δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, δήλωσε: «Ο "Έφηβος" ανήκει ξανά στην καθημερινότητα της πόλης. Δίπλα στους ανθρώπους της. Γύρω του γράφτηκαν οι ιστορίες μιας ολόκληρης γειτονιάς. Η διαδρομή του έργου υπήρξε δύσκολη, με μετακινήσεις, φθορές, χρόνια φύλαξης και αναμονής. Ως δημοτική αρχή, αναγνωρίσαμε τον δεσμό αυτής της γειτονιάς με το έργο, ακούσαμε τους κατοίκους και προχωρήσαμε στην επανατοποθέτησή του στην πλατεία Αγίου Σώστη. Ευχαριστώ τις υπηρεσίες του Δήμου, τους συντηρητές και όλους όσοι εργάστηκαν για τη σημερινή ημέρα. Και ιδιαίτερα τους κατοίκους που επέμειναν όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί η μνήμη της Αθήνας αξίζει να έχει θέση στις πλατείες μας».
Από το Πολύγωνο στην πλατεία Αγίου Σώστη, μια διαδρομή ιστορίας και συλλογικής μνήμης
Ο «Έφηβος», συνδέθηκε με την ιστορία της Αθήνας και τις μνήμες των πολιτών, έπειτα από μια μακρά διαδρομή μετακινήσεων και καθυστερήσεων. Πρόκειται για ανδρικό γυμνό ύψους 2,50 μ., που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης (Σμύρνη 1899-Αθήνα 1972) το 1940 και χυτεύθηκε στο διάσημο χυτήριο Alexis Rudier στο Παρίσι.
Η νέα του θέση στην πλατεία του Αγίου Σώστη, αποτελεί σημείο αναφοράς για τους πρώην κατοίκους του προσφυγικού συνοικισμού του Πολυγώνου, οι οποίοι διατήρησαν ζωντανό τον δεσμό τους με το γλυπτό, καθώς αποτελούσε σύμβολο της παλιάς τους γειτονιάς.
Το 1939, ο καλλιτέχνης παρουσίασε στην Αθήνα γύψινη μελέτη του έργου. Η τότε κυβέρνηση παρήγγειλε την εκτέλεσή του σε μπρούντζο, προκειμένου να αποτελέσει μνημείο της ελληνικής νεότητας. Αρχικά, προβλεπόταν να τοποθετηθεί στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, ωστόσο τελικά εγκαταστάθηκε στο αλσύλλιο της οδού Μουστοξύδη, μπροστά από τη Σχολή Ευελπίδων. Εκεί, ο «Έφηβος» συνδέθηκε τόσο με τη ζωή των Ευέλπιδων όσο και με την καθημερινότητα των κατοίκων του Πολυγώνου, ιδιαίτερα εκείνων του προσφυγικού συνοικισμού (παλαιό Πολύγωνο). Η σχέση αυτή διατηρήθηκε και μετά τη μετεγκατάσταση των κατοίκων σε νέες κατοικίες στον Νέο Κόσμο, γύρω από την πλατεία Αγίου Σώστη, τη δεκαετία του 1960.
Τη δεκαετία του 1980, με τη μεταφορά της Σχολής Ευελπίδων στις νέες εγκαταστάσεις της στη Βάρη και τη διαμόρφωση του οδικού κόμβου στην οδό Μουστοξύδη, το γλυπτό μεταφέρθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη.
Το 1988, ο τότε δήμαρχος Αθηναίων, Μιλτιάδης Έβερτ, τοποθέτησε τον «Έφηβο» στη συμβολή των οδών Αρδηττού και Αθανασίου Διάκου, κοντά στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1993, με την έναρξη των εργασιών για την κατασκευή του τραμ, το έργο απομακρύνθηκε προσωρινά και μεταφέρθηκε σε χώρο φύλαξης του Δήμου Αθηναίων, προκειμένου να συντηρηθεί και να αποκατασταθούν οι φθορές που είχε υποστεί από βανδαλισμούς.
Η συντήρηση και η επανατοποθέτησή του καθυστέρησαν για χρόνια. Στο μεταξύ, διατυπώθηκαν αιτήματα για τη μεταφορά του τόσο από τη Σχολή Ευελπίδων, που επιθυμούσε να το φιλοξενήσει στις εγκαταστάσεις της στη Βάρη, όσο και από τους πρώην κατοίκους του προσφυγικού συνοικισμού του Πολυγώνου, οι οποίοι ζητούσαν να τοποθετηθεί στην πλατεία Αγίου Σώστη, καθώς ο «Έφηβος» δεν ήταν απλώς ένα γλυπτό. Αποτελούσε ζωντανό κομμάτι της συλλογικής τους μνήμης, συνδεδεμένο με τα παιδικά τους χρόνια και τη ζωή στην παλιά τους γειτονιά.
Η απόφαση για την επιστροφή του στην πλατεία Αγίου Σώστη
Παρά τις προηγούμενες αποφάσεις για την επανατοποθέτησή του στην περιοχή της Αρδηττού, η επιστροφή του έργου στο σημείο αυτό δεν κατέστη δυνατή, εξαιτίας διαδοχικών καθυστερήσεων και διαφορετικών προτάσεων για τη χωροθέτησή του.
Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό του έργου, τις διαδοχικές μετακινήσεις του και τον ισχυρό δεσμό του με τους πρώην κατοίκους του Πολυγώνου, η Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως και Αστικού Περιβάλλοντος του Δήμου Αθηναίων πρότεινε την τοποθέτηση του πρωτότυπου γλυπτού στην πλατεία Αγίου Σώστη. Η πρόταση εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο και υλοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026. Μετά την τοποθέτησή του, το έργο συντηρήθηκε εκ νέου, ώστε να αναδειχθεί και να διατηρηθεί.
Οι οπές που διακρίνονται στον κορμό του «Εφήβου» και στη μαρμάρινη βάση του, οι οποίες χρονολογούνται από τα Δεκεμβριανά, διατηρήθηκαν ως ιστορικά τεκμήρια. Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδρομής του έργου στον χρόνο και μαρτυρούν τη σύνδεσή του με την ιστορία της πόλης.







