Η εργασιακή πραγματικότητα της νέας γενιάς και το έλλειμμα ισορροπίας ζωής.
Ας το πούμε καθαρά. Η ελληνική αγορά εργασίας για τους νέους δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται επαρκώς, όχι απλώς στην ανάγκη για ευημερία, αλλά ούτε καν στη διασφάλιση μιας στοιχειωδώς ισορροπημένης ζωής, παρότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανά κλάδο και εταιρεία.
Η γενιά των 800 ευρώ δεν είναι «ευαίσθητη», ούτε «απαιτητική». Είναι η πρώτη γενιά που βιώνει στην πράξη ότι μπορεί να εργάζεται πλήρως, ακόμη και υπερβολικά, και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα, να αποταμιεύσει ή να σχεδιάσει το μέλλον της.
Το αφήγημα ότι «αν προσπαθήσεις αρκετά, θα ανταμειφθείς» έχει αρχίσει να καταρρέει, σε ένα περιβάλλον όπου οι εισαγωγικοί μισθοί σε πολλούς κλάδους παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής. Παράλληλα, η τηλεργασία και τα ευέλικτα ωράρια συχνά μεταφράζονται σε πρακτική διαθεσιμότητα πέρα από το τυπικό ωράριο. Σπουδές, μεταπτυχιακά και δεξιότητες δεν εγγυώνται τίποτα πέρα από έναν κύκλο χαμηλά αμειβόμενης υπερεργασίας.
Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις. Σε ορισμένους τομείς η εργασία ανταμείβεται. Ωστόσο, για την πλειονότητα, το βασικό μοτίβο παραμένει. Πρόκειται για μια εργασία που απορροφά τη ζωή χωρίς να τη στηρίζει.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι οι μισθοί. Είναι ότι η εργασία έχει αρχίσει να καταλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή χωρίς να τη στηρίζει. Η τηλεργασία, οι ψηφιακές ειδοποιήσεις και η κουλτούρα της «άμεσης ανταπόκρισης» έχουν διαλύσει κάθε όριο ανάμεσα σε δουλειά και προσωπικό χρόνο.
Για να κατανοήσουμε αυτή την κατάσταση, χρειάζεται να εξετάσουμε τα βαθύτερα αίτιά της. Πρόκειται για μια οικονομία που παράγει προϊόντα χαμηλής αξίας και μια αγορά που δεν ευνοεί την ανάπτυξη. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αυτό δεν το καθιστά αναπόφευκτο. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, καλύτερους μισθούς, προστασία του προσωπικού χρόνου και αλλαγή στην κουλτούρα διοίκησης, η «δουλειά χωρίς ζωή» θα παγιωθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία επιμένει να εκπλήσσεται που οι νέοι αλλάζουν προτεραιότητες. Δεν πρόκειται για τεμπελιά ή αποστροφή προς τη δουλειά. Πρόκειται για απόρριψη ενός μοντέλου που ζητά πλήρη αφοσίωση χωρίς να προσφέρει στοιχειώδη ανταπόδοση. Κι όμως, η κοινωνία εξακολουθεί να προσποιείται την έκπληξη.
Υπάρχει η εντύπωση ότι αυτό μπορεί να συνεχιστεί χωρίς συνέπειες. Δεν μπορεί.
Γιατί μια κοινωνία όπου η εργασία δεν εξασφαλίζει ζωή, τελικά οδηγεί σε μια γενιά που δεν πιστεύει πλέον ότι η εργασία αξίζει να ορίζει τη ζωή της.
Και αυτό δεν είναι «τάση». Είναι ρήξη.
Σπύρος Παππάς
Πολίτης Δήμου Μαραθώνα