Σε ευθεία σύγκρουση με το κυβερνητικό αφήγημα περί «παραδόσεων έργων στους πολίτες» προχωρά ο Δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, αποδομώντας δημόσια τις πανηγυρικές δηλώσεις του Μεγάρου Μαξίμου για τη Βασιλίσσης Όλγας και θέτοντας μετωπικά το ζήτημα της ισότητας στην πρόσβαση στον δημόσιο χώρο.
Η ανάρτησή του Χάρη Δούκα, όπως σημειώνει το thesocialist.gr, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και αναδεικνύει μια βαθιά πολιτική αντίφαση:
«Ο Πρωθυπουργός πανηγυρίζει σήμερα για την ολοκλήρωση των έργων στη Βασιλίσσης Όλγας.
Ως εδώ καλά.
Όταν όμως δηλώνει ότι αποδίδουμε στους πολίτες την Βασιλίσσης Όλγας, τότε θα πρέπει να αποδεχθεί την αυτονόητη απαίτηση των Αθηναίων: Να επιτραπεί η ήπια κυκλοφορία αυτοκινήτων σε αυτήν, για όλους.
Γιατί εάν ξοδεύτηκαν από το κράτος 6 εκατ. ευρώ και επιτρέπονται τα αυτοκίνητα μόνο για όσους παίζουν τένις στον Όμιλο αντισφαίρισης, τότε θα πρόκειται για μια ακόμη σκανδαλώδη απόφαση.
Ιδιωτικός δρόμος με έξοδα του κράτους;».
Η τοποθέτηση του Δημάρχου Αθηναίων αγγίζει τον πυρήνα μιας ευρύτερης πολιτικής σύγκρουσης για το ποιος τελικά καρπώνεται τα δημόσια έργα: η κοινωνία στο σύνολό της ή συγκεκριμένες προνομιούχες ομάδες. Με αιχμηρή γλώσσα, θέτει θέμα δημοσίου συμφέροντος και διαφάνειας, υπονοώντας ότι η κυβερνητική επιλογή δημιουργεί μια de facto άνιση μεταχείριση, μετατρέποντας έναν εμβληματικό αστικό άξονα σε χώρο επιλεκτικής πρόσβασης.
Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Όταν δημόσιοι πόροι, ύψους εκατομμυρίων ευρώ, επενδύονται σε υποδομές που δεν διασφαλίζουν καθολική χρήση, τότε εγείρονται εύλογα ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις προτεραιότητες και –κυρίως– για το ποιος αποφασίζει και με ποια κριτήρια. Η αναφορά σε «ιδιωτικό δρόμο με έξοδα του κράτους» δεν αποτελεί απλώς ρητορική αιχμή, αλλά συμπυκνώνει μια καταγγελία για πιθανή στρέβλωση της έννοιας του δημόσιου έργου.
Σε μια περίοδο όπου η Αθήνα ασφυκτιά από κυκλοφοριακές πιέσεις και έλλειμμα δημόσιου χώρου, η επιλογή περιορισμένης πρόσβασης σε έναν ανακαινισμένο άξονα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Χάρης Δούκας επιχειρεί να εκφράσει ένα ευρύτερο κοινωνικό αίτημα: την ισότιμη χρήση της πόλης από όλους, χωρίς εξαιρέσεις και προνομιακές διευκολύνσεις.
Η αντιπαράθεση που ανοίγει δεν είναι συγκυριακή. Αγγίζει τον πυρήνα της αστικής πολιτικής και αναμένεται να εξελιχθεί σε πεδίο έντονης πολιτικής σύγκρουσης, καθώς αναδεικνύει μια κρίσιμη γραμμή διαχωρισμού: δημόσιο έργο για όλους ή δημόσιο χρήμα για λίγους.