Την ώρα που ο Δήμος Αθηναίων επιχειρεί να εξασφαλίσει χρηματοδότηση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ για την αναβάθμιση των σχολικών υποδομών της πρωτεύουσας, το Υπουργείο Εσωτερικών διαθέτει για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Αθήνας μόλις 884.440 ευρώ, στο πλαίσιο της νέας κατανομής των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων.
Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική της πραγματικότητας που αντιμετωπίζει σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Από τη μία πλευρά, ο μεγαλύτερος Δήμος της χώρας προχωρά σε μεγάλο χρηματοδοτικό σχεδιασμό, που περιλαμβάνει δανεισμό ύψους 75 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, προκειμένου να υλοποιήσει σημαντικές παρεμβάσεις, με τα σχολεία να βρίσκονται στον πυρήνα του σχεδιασμού. Από την άλλη, η κεντρική διοίκηση εξακολουθεί να χρηματοδοτεί τη σχολική καθημερινότητα με ποσά που δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ανάλογα του μεγέθους των αναγκών.
28 εκατ. ευρώ μοιράζονται σε 331 Δήμους
Με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών εγκρίθηκε η κατανομή συνολικά 28.050.000 ευρώ σε 331 Δήμους για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών των σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Πρόκειται για τη Γ΄ κατανομή ΚΑΠ του 2026, με τα χρήματα να καταβάλλονται στους δικαιούχους Δήμους μέσω χρηματικής εντολής του Υπουργείου Εσωτερικών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Για τον προσδιορισμό των ποσών χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας για το σχολικό έτος 2025-2026.
Ο Δήμος Αθηναίων λαμβάνει το υψηλότερο ποσό της χώρας, 884.440 ευρώ. Ακολουθούν ο Δήμος Θεσσαλονίκης με 606.210 ευρώ, ο Δήμος Πατρέων με 562.520 ευρώ, ο Δήμος Λαρισαίων με 473.960 ευρώ, ο Δήμος Ηρακλείου Κρήτης με 472.360 ευρώ, ο Δήμος Βόλου με 448.080 ευρώ και ο Δήμος Πειραιώς με 351.080 ευρώ.
Το γεγονός, ωστόσο, ότι η Αθήνα βρίσκεται στην κορυφή του σχετικού πίνακα δεν αλλάζει την ουσία. Οι ανάγκες ενός Δήμου με εκατοντάδες σχολικές μονάδες, μεγάλο αριθμό παλαιών κτιρίων και διαρκείς ανάγκες συντήρησης είναι πολλαπλάσιες.
75 εκατ. ευρώ από τον Δήμο, λιγότερο από 1 εκατ. ευρώ από το ΥΠΕΣ
Η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον υπό το φως του χρηματοδοτικού σχεδιασμού της δημοτικής Αρχής.
Ο Δήμος Αθηναίων έχει προχωρήσει στην επιλογή χρηματοδότησης ύψους 75 εκατ. ευρώ μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, με σημαντικό μέρος του σχεδιασμού να αφορά παρεμβάσεις στις σχολικές υποδομές και την ενεργειακή αναβάθμιση δημοτικών κτιρίων.
Προφανώς, τα δύο ποσά δεν αποτελούν όμοια δημοσιονομικά μεγέθη. Τα 884.440 ευρώ αφορούν λειτουργικές δαπάνες, ενώ η χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ αφορά επενδυτικό πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας. Η σύγκρισή τους, επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λογιστικά.
Μπορεί, όμως, να γίνει πολιτικά.
Και αυτό διότι αναδεικνύει το εύρος των αναγκών που καλείται να χρηματοδοτήσει ένας Δήμος σε σχέση με τους πόρους που διοχετεύει το κεντρικό κράτος στην Αυτοδιοίκηση.
Ο Δήμος αναλαμβάνει το κόστος της αναβάθμισης
Η Αθήνα διαθέτει ένα μεγάλο και σε σημαντικό βαθμό γερασμένο σχολικό κτιριακό απόθεμα. Οι ανάγκες δεν περιορίζονται στην κάλυψη της καθημερινής λειτουργίας. Αφορούν ενεργειακές αναβαθμίσεις, επισκευές, παρεμβάσεις ασφάλειας, εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων και συνολική βελτίωση των συνθηκών μέσα στις οποίες μαθητές και εκπαιδευτικοί περνούν καθημερινά πολλές ώρες.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο το έργο για την ενεργειακή αναβάθμιση εννέα σχολικών συγκροτημάτων στις επτά Δημοτικές Κοινότητες της Αθήνας έχει προϋπολογισμό 14,2 εκατ. ευρώ.
Αυτό και μόνο το μέγεθος είναι αρκετό για να αποτυπώσει την απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό κόστος ουσιαστικών παρεμβάσεων και στα ποσά που διατίθενται μέσω των τακτικών κρατικών κατανομών.
Η δημοτική Αρχή του Χάρη Δούκα έχει επιλέξει να βάλει τα σχολεία ψηλά στον επενδυτικό σχεδιασμό της πόλης, αναζητώντας τους πόρους που απαιτούνται για να προχωρήσουν έργα τα οποία δεν μπορούν να περιμένουν επ' αόριστον.
Η κυβέρνηση αφήνει την Αυτοδιοίκηση να αναζητά μόνη της πόρους
Εδώ βρίσκεται το βασικό πολιτικό ζήτημα. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να ζητά από τους Δήμους να αναλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής λειτουργίας κρίσιμων δημόσιων υποδομών, χωρίς η διεύρυνση των ευθυνών να συνοδεύεται πάντοτε από την αντίστοιχη ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων.
Τα σχολεία αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι Δήμοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή όταν χαλάσει ένας λέβητας, όταν απαιτείται επισκευή μιας αίθουσας, όταν υπάρχουν προβλήματα ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, όταν ένα κτίριο χρειάζεται ενεργειακή αναβάθμιση ή όταν απαιτούνται άμεσες εργασίες για την ασφάλεια μαθητών και εκπαιδευτικών.
Η κεντρική διοίκηση, αντιθέτως, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη χρηματοδότηση της Αυτοδιοίκησης με τη λογική των περιορισμένων κατανομών, αφήνοντας συχνά τους Δήμους να αναζητούν μόνοι τους πρόσθετους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς.
Τα 884.440 ευρώ δεν αρκούν για να κρυφτεί το πρόβλημα
Το Υπουργείο Εσωτερικών μπορεί να επισημαίνει ότι ο Δήμος Αθηναίων λαμβάνει τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση μεταξύ των 331 Δήμων. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος βρίσκεται πρώτος στον πίνακα.
Το κρίσιμο είναι εάν τα χρήματα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες.
Και όταν ο Δήμος της μεγαλύτερης πόλης της χώρας σχεδιάζει επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και προσφεύγει σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για να αναβαθμίσει τις υποδομές του, τα 884.440 ευρώ του Υπουργείου Εσωτερικών μοιάζουν περισσότερο με σταγόνα στον ωκεανό παρά με απάντηση στο πρόβλημα.
Το ίδιο ζήτημα αφορά συνολικά την Αυτοδιοίκηση. Τα 28,05 εκατ. ευρώ που κατανέμονται σε 331 Δήμους πρέπει να καλύψουν λειτουργικές ανάγκες σχολείων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη έως τους μικρότερους ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους.
Οι ανάγκες, όμως, δεν προσαρμόζονται στα διαθέσιμα κονδύλια.
Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τα σχολεία
Στην περίπτωση της Αθήνας διαμορφώνεται έτσι μια καθαρή πολιτική αντίθεση. Η δημοτική Αρχή επιχειρεί να κινητοποιήσει σημαντικά κεφάλαια και να προχωρήσει σε ένα πρόγραμμα ουσιαστικών παρεμβάσεων στις σχολικές υποδομές, αναλαμβάνοντας ακόμη και το κόστος ενός μακροχρόνιου δανεισμού.
Η κυβέρνηση, την ίδια στιγμή, περιορίζεται σε μια χρηματοδότηση κάτω του ενός εκατομμυρίου ευρώ για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του μεγαλύτερου Δήμου της χώρας.
Δεν πρόκειται απλώς για διαφορετικά ποσά. Αποτυπώνεται μια βαθύτερη συζήτηση για το ποιος τελικά αναλαμβάνει το κόστος της δημόσιας υποδομής και κατά πόσο το κεντρικό κράτος στηρίζει οικονομικά την Αυτοδιοίκηση στον βαθμό που απαιτούν οι αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί.
Γιατί τα σύγχρονα και ασφαλή σχολεία δεν μπορούν να αποτελούν υπόθεση της οικονομικής αντοχής κάθε Δήμου ούτε να εξαρτώνται από το κατά πόσο μια δημοτική Αρχή θα κατορθώσει να εξασφαλίσει δανεισμό ή ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Αποτελούν δημόσια υποχρέωση.
Και όταν οι Δήμοι αναγκάζονται να αναζητούν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για να καλύψουν το επενδυτικό κενό, ενώ το κεντρικό κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί με το σταγονόμετρο, τότε το πρόβλημα παύει να είναι απλώς οικονομικό.
Είναι πρωτίστως πολιτικό.
Πηγή: https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/558167_28-ekat-eyro-sta-sholeia-analytika-i-katanomi-gia-331-dimoys-tis-horas





